Μεγάλες προσωπικότητες
Αμεντέο Μοντιλιάνι
1884 – 1920
Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης της Σχολής του Παρισιού, γνωστός για τα επιμήκη πορτρέτα και τα γυμνά του. Πέθανε στα 35 του από φυματίωση.

Αφιερώσεις
Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.
Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.
Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (Amedeo Modigliani, Λιβόρνο, 12 Ιουλίου 1884 – Παρίσι, 24 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης της Σχολής του Παρισιού, γνωστός για πορτρέτα και γυμνά με επιμήκη πρόσωπα, μακριούς λαιμούς και μάτια σαν αμυγδαλωτές επιφάνειες. Δεν γνώρισε σχεδόν καμία επιτυχία όσο ζούσε. Έκανε μία μόνο ατομική έκθεση, που έκλεισε η αστυνομία την πρώτη ημέρα, και πέθανε στα 35 του από φυματιώδη μηνιγγίτιδα. Δύο μέρες αργότερα η σύντροφός του, η Jeanne Hébuterne, 21 ετών και έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, αυτοκτόνησε. Σήμερα τα έργα του πουλιούνται για δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια, και η ζωή του έχει μετατραπεί σε μύθο που κρύβει ολόκληρη την αλήθεια.
Γεννήθηκε στο Λιβόρνο, σε σεφαραδίτικη οικογένεια
Ο Amedeo Clemente Modigliani γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1884 στο Λιβόρνο (Livorno) της Τοσκάνης, σε μια εβραϊκή οικογένεια σεφαραδίτικης καταγωγής. Το Λιβόρνο ήταν λιμάνι με μακρά ιστορία υποδοχής ανθρώπων που κατέφευγαν εκεί λόγω θρησκευτικών διώξεων, και είχε μεγάλη εβραϊκή κοινότητα. Ο προ-προπάππος της μητέρας του, ο Solomon Garsin, είχε φτάσει εκεί ως πρόσφυγας τον 18ο αιώνα.
Η μητέρα του, η Eugénie Garsin, γεννημένη και μεγαλωμένη στη Μασσαλία, προερχόταν από μορφωμένη οικογένεια με πολλές γλώσσες και ισχυρή παράδοση στα εβραϊκά κείμενα. Μια οικογενειακή παράδοση ήθελε τους Garsin απογόνους του φιλοσόφου Σπινόζα, αλλά είναι θρύλος, αφού ο Σπινόζα δεν είχε παιδιά. Ο πατέρας, ο Flaminio, ήταν μηχανικός μεταλλείων και διαχειριζόταν ορυχείο στη Σαρδηνία και εκτάσεις δασών. Οι οικογένειες είχαν επιχειρήσεις χρηματοδανεισμού με παραρτήματα στο Λιβόρνο, στη Μασσαλία, στην Τύνιδα και στο Λονδίνο.
Ο Amedeo ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί, και γεννήθηκε τη χρονιά που η οικογένεια χρεοκόπησε, εξαιτίας της πτώσης στην τιμή των μετάλλων. Ο θρύλος λέει ότι όταν οι κλητήρες μπήκαν στο σπίτι, η Eugénie ήταν σε ωδίνες και ότι οι δικοί της στοίβαξαν τα πολύτιμα πάνω στο κρεβάτι της, γιατί ένας παλιός νόμος απαγόρευε την κατάσχεση του κρεβατιού μιας γυναίκας που γεννούσε. Είναι οικογενειακή αφήγηση που δεν έχει τεκμηριωθεί. Η μητέρα του ίδρυσε τότε ένα σχολείο, με τις δύο αδελφές της, και το έκανε επιτυχημένο.
Στο σπίτι τον φώναζαν «Dedo». Αργότερα στο Παρίσι έγινε «Modì», με λογοπαίγνιο προς τη γαλλική λέξη maudit, «καταραμένος».
Ένα παιδί που ήταν άρρωστο από νωρίς
Η μητέρα του τον δίδαξε η ίδια στο σπίτι ως τα δέκα του. Στα έντεκα έπαθε πλευρίτιδα, στα δεκατέσσερα τυφοειδή πυρετό και στα δεκάξι ξαναρρώστησε και κόλλησε τη φυματίωση που θα τον σκότωνε. Η Eugénie κρατούσε ημερολόγιο. Όταν ο γιος της ήταν έντεκα, έγραψε ότι ο χαρακτήρας του ήταν ακόμη ακαθόριστος και πρόσθεσε: «Ίσως ένας καλλιτέχνης;»
Στον πυρετό του τυφοειδούς, στα δεκατέσσερα, παραμιλούσε ότι ήθελε πάνω από όλα να δει τους πίνακες του Palazzo Pitti και των Uffizi στη Φλωρεντία. Η μητέρα του του υποσχέθηκε ότι θα τον πήγαινε μόλις γινόταν καλά, κράτησε την υπόσχεσή της και τον έγραψε στον καλύτερο δάσκαλο ζωγραφικής του Λιβόρνο, τον Guglielmo Micheli. Μετά από το δεύτερο επεισόδιο πλευρίτιδας τον πήγε σε περιοδεία στη νότια Ιταλία, στη Νάπολη, στο Capri, στη Ρώμη και στο Αμάλφι, και μετά βόρεια στη Φλωρεντία και στη Βενετία.
Ο «Σούπερμαν» του Micheli και ο Nietzsche
Από το 1898 έως το 1900 ο Modigliani δούλεψε στο εργαστήριο του Micheli, ο οποίος ήταν μαθητής του Giovanni Fattori, ενός από τους ιδρυτές των Macchiaioli, της τοσκανικής σχολής που προηγήθηκε του γαλλικού ιμπρεσιονισμού. Ο Micheli ήθελε οι μαθητές του να ζωγραφίζουν τοπία στην ύπαιθρο. Ο Modigliani δεν το αγάπησε ποτέ. Προτιμούσε να ζωγραφίζει σε εσωτερικό χώρο και μελετούσε κυρίως πορτρέτο, νεκρή φύση και γυμνό. Οι συμμαθητές του θυμούνταν ότι εκεί φαινόταν το μεγαλύτερο ταλέντο του. Ο Micheli τον αποκαλούσε «Σούπερμαν», γιατί ήταν δεξιοτέχνης και παράθετε συνεχώς τον «Ζαρατούστρα» του Nietzsche. Ο Fattori επισκεπτόταν συχνά το εργαστήριο και έβλεπε με καλό μάτι τις καινοτομίες του νεαρού.
Ο Nietzsche, ο Baudelaire, ο Carducci, ο D’Annunzio και ο Comte de Lautréamont μάγευαν τον έφηβο. Λέγεται ότι ήξερε απέξω τα «Άσματα του Maldoror». Από το Capri, το 1901, έγραφε στον φίλο του, τον ζωγράφο Oscar Ghiglia, γράμματα γεμάτα φιλοσοφική ανησυχία: «Γράφω για να ξεχυθώ σε σένα και να επιβεβαιώσω τον εαυτό μου στον εαυτό μου», ξεκινά ένα από αυτά. Αφορμή ήταν ο εξευτελισμός ενός αστού που του είχε πει ότι είναι τεμπέλης.
Φλωρεντία, Βενετία και το πρώτο χασίς
Το 1902 γράφτηκε στη Scuola Libera di Nudo της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας, ξεκινώντας μια ισόβια εμμονή με το γυμνό. Ένα χρόνο αργότερα, ακόμη με φυματίωση, πήγε στη Βενετία και γράφτηκε στην Ακαδημία και Ινστιτούτο Καλών Τεχνών. Στη Βενετία κάπνισε για πρώτη φορά χασίς και, αντί να σπουδάζει, άρχισε να σύχναζε στα υποβαθμισμένα μέρη της πόλης. Οι ιστορικοί συζητούν πόσο αυτό ήταν απλή εφηβική εξέγερση και πόσο συνδεόταν με το φιλοσοφικό του πιστεύω ότι η δημιουργία περνά μέσα από τη σύγκρουση και την αταξία.
1906: Παρίσι
Το 1906, στα 21 του, ο Modigliani μετακόμισε στο Παρίσι. Έμεινε στο Montmartre: νοίκιασε εργαστήριο στην οδό Caulaincourt και έμεινε και στο Bateau-Lavoir, το διαβόητο κοινόβιο φτωχών καλλιτεχνών όπου έζησαν ο Picasso, ο Kees van Dongen, ο Juan Gris. Στην αρχή ήταν κομψός, ζωγράφιζε γυμνά στην Académie Colarossi, έπινε με μέτρο και έγραφε τακτικά στη μητέρα του. Όταν είδε τον Picasso με τα εργατικά του ρούχα, είπε, σύμφωνα με μαρτυρίες, ότι είναι μεν ιδιοφυΐα, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την αταξία.
Μέσα σε έναν χρόνο ο δανδής μετατράπηκε σε «πρίγκιπα των αλητών». Ο ποιητής Louis Latourette βρήκε το εργαστήριό του άνω κάτω, με τις αναπαραγωγές της Αναγέννησης πεταμένες από τους τοίχους. Ο Modigliani κατέστρεψε σχεδόν όλα τα πρώιμα έργα του, που τα αποκάλεσε «παιδικά στολίδια φτιαγμένα όταν ήμουν βρομερός αστός». Έπινε αψέντι, κάπνιζε χασίς, είχε συνεχείς σχέσεις και, μεθυσμένος, γδυνόταν μερικές φορές σε κοινωνικές συγκεντρώσεις.
Μήπως το ποτό κάλυπτε μια άλλη αλήθεια;
Η φυματίωση ήταν η κύρια αιτία θανάτου στη Γαλλία το 1900. Δεν υπήρχε θεραπεία, ο ασθενής ήταν επικίνδυνος για τους άλλους και κανείς δεν ήθελε να τον έχει κοντά. Η βιογράφος Meryle Secrest υποστηρίζει ότι ο Modigliani άφησε τον κόσμο να τον θεωρεί αλκοολικό και χρήστη ναρκωτικών ακριβώς γι’ αυτό. Οι μεθυσμένοι γίνονταν ανεκτοί, ενώ οι φορείς μολυσματικής νόσου όχι. Αν η εκτίμηση ισχύει, το ποτό και τα ναρκωτικά ήταν κατά ένα μέρος ο τρόπος του να κρατά την εικόνα της ζωντάνιας και να συνεχίζει να βρίσκεται μέσα σε παρέες. Η χρήση ενισχύθηκε από το 1914, όταν η ασθένεια είχε πλέον προχωρήσει.
Cézanne, Brancusi και τα χρόνια της πέτρας
Στην αρχή τον επηρέασε ο Toulouse-Lautrec. Γύρω στο 1907 γοητεύτηκε από τον Paul Cézanne. Το 1909 γύρισε προσωρινά στο Λιβόρνο, κουρασμένος και άρρωστος, και σύντομα επέστρεψε στο Παρίσι, αυτή τη φορά στο Montparnasse. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον γλύπτη Constantin Brancusi και, από το 1909 έως το 1914, αφοσιώθηκε κυρίως στη γλυπτική. Σύμφωνα με τη Britannica, ακολουθώντας τη συμβουλή του Brancusi μελέτησε αφρικανική γλυπτική.
Το 1912 εξέθεσε στο Salon d’Automne, μαζί με κυβιστές της ομάδας Section d’Or, μια σειρά από στυλιζαρισμένες πέτρινες κεφαλές. Σώζονται περίπου είκοσι πέντε σμιλεμένα κομμάτια. Έχουν μακριούς λαιμούς, λεπτές μύτες και εγκοπές αντί για μάτια, και αν τα δει κανείς πλάι στους πίνακες των επόμενων ετών καταλαβαίνει ότι ο ώριμος Modigliani δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Πρώτα σμιλεύτηκε στην πέτρα. Πηγές διαφορετικές συνυπήρχαν στο ύφος: η αφρικανική γλυπτική, η αιγυπτιακή, η κυκλαδική, η αρχαία ελληνική και η ιταλική Αναγέννηση. Γύρω στο 1914 σταμάτησε. Ο λόγος ήταν η δυσκολία να βρει υλικά με τον ξεσπασμό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η φυσική του εξάντληση, αφού η σκόνη της πέτρας ήταν επικίνδυνη για τα φυματικά του πνευμόνια. Το 2010 ένα από τα γλυπτά του, το «Tête», έγινε το τρίτο ακριβότερο γλυπτό που είχε πωληθεί ποτέ.
Οι Καρυάτιδες και ο «ναός της τρυφερότητας»
Από το 1911 περίπου ο Modigliani ασχολήθηκε επίμονα με τις Καρυάτιδες, με πολλά σχέδια και έργα. Τις φανταζόταν ως μέρος ενός ευρύτερου εγχειρήματος: μαζί με τον γλύπτη Jacob Epstein ήθελαν να στήσουν έναν «Ναό της Ομορφιάς», και ο Modigliani σκόπευε να ζωγραφίσει και να σχεδιάσει τις πέτρινες Καρυάτιδες των «Στύλων της Τρυφερότητας» που θα τον στήριζαν. Το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Ένα από τα σχέδια αυτά βρίσκεται στην Ελλάδα. Το «Cariatide» (περίπου 1914, μολύβι και γκουάς σε χαρτί) ανήκει στη συλλογή του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και παρουσιάστηκε στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου το 1998. Το ίδρυμα σημειώνει ότι ο Modigliani γνώριζε τις κόρες του Ερεχθείου στην Ακρόπολη, αλλά και τις παραλλαγές της Καρυάτιδας από αφρικανικές φυλές, χάρη στις επισκέψεις του στο Λούβρο και στο Εθνογραφικό Μουσείο του Trocadéro. Η μορφή, γράφει, ξεκινά ως ήρεμο γλυπτικό άγαλμα και καταλήγει να γονατίζει και να ακουμπά σε ένα γόνατο, με τον χαρακτήρα ενός ειδώλου.
Anna Akhmatova
Το 1910, στα 26 του, ο Modigliani γνώρισε την Ρωσίδα ποιήτρια Anna Akhmatova. Σύμφωνα με τη συνήθη αφήγηση, είχαν εργαστήρια στο ίδιο κτίριο, και παρότι η 21χρονη Anna ήταν πρόσφατα παντρεμένη, άρχισαν σχέση. Ήταν ψηλή, με σκούρα μαλλιά, χλωμό δέρμα και γκριζοπράσινα μάτια, και ενσάρκωνε το αισθητικό του ιδεώδες. Μετά από ένα χρόνο η Anna γύρισε στον σύζυγό της.
Beatrice Hastings και η δεύτερη περίοδος της ζωγραφικής
Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Modigliani προσπάθησε να κατατάξει, αλλά τον απέρριψαν λόγω υγείας. Από το 1914 γύρισε στη ζωγραφική. Εκείνη τη χρονιά μπήκε στη ζωή του η Αγγλίδα ποιήτρια και κριτικός Beatrice Hastings, που έμεινε μαζί του σχεδόν δύο χρόνια. Ζωγράφισε πολλά πορτρέτα της, ανάμεσά τους τη «Madame Pompadour», και ήταν επίσης αποδέκτρια της μεθυσμένης οργής του. Ο Modigliani ήταν γνωστός ότι ήταν βίαιος προς τις ερωμένες του. Η σχέση ήταν έντονη και ταραχώδης.
Μονμάρτρη και Μονπαρνάς: οι φίλοι, οι έμποροι και τα πορτρέτα
Το Montparnasse του Modigliani ήταν ένας κόσμος μεταναστών καλλιτεχνών από όλη την Ευρώπη, που σήμερα λέγεται Σχολή του Παρισιού. Ζωγράφισε τον Chaïm Soutine (με τον οποίο έμεινε στο Cité Falguière γύρω στο 1916), τον Moïse Kisling, τον Pablo Picasso, τον Diego Rivera, τη Marevna, τον Juan Gris, τον Max Jacob, τον Jacques Lipchitz, τον Blaise Cendrars και τον Jean Cocteau. Ένα από τα πιο γνωστά πορτρέτα της περιόδου είναι του εμπόρου Paul Guillaume, που βρίσκεται στο Musée de l’Orangerie.
Το πρόσωπο, στο έργο του, δεν είναι φωτογραφία. Το κεφάλι είναι ωοειδές, ο λαιμός γίνεται κατακόρυφος άξονας, η μύτη μακριά, το στόμα μικρό και οι ώμοι πέφτουν. Και μέσα στην τυποποίηση, κάθε άνθρωπος παραμένει διαφορετικός, ο Soutine δεν μοιάζει με τον Guillaume. Η σύγχρονη ιατρική έχει μάλιστα ονομάσει «σύνδρομο Modigliani» το ψευδο-βρογχοκήλη, από τους καμπύλους λαιμούς των γυναικών του.
Γιατί τα μάτια είναι συχνά «άδεια»;
Είναι η πιο συχνή ερώτηση για τον Modigliani. Σε πολλά πορτρέτα τα μάτια έχουν κόρη. Σε άλλα το ένα μάτι είναι ζωγραφισμένο και το άλλο μένει κενό, και σε αρκετά γίνονται δύο αδιαφανείς αμυγδαλωτές επιφάνειες. Οι μάσκες και η αρχαία γλυπτική που μελετούσε χρησιμοποιούσαν παρόμοια αφαίρεση. Χωρίς κόρη, το βλέμμα παύει να είναι απλή επαφή με τον θεατή και το πρόσωπο γίνεται πιο εσωτερικό και αινιγματικό. Η δημοφιλής ιστορία ότι ζωγράφιζε τα μάτια μόνο όταν «γνώριζε την ψυχή» του μοντέλου κυκλοφορεί παντού, αλλά δεν βρήκα πρωτογενή πηγή που να την τεκμηριώνει. Είναι ασφαλέστερο να τη διαβάζουμε ως θρύλο.
Léopold Zborowski και τα γυμνά
Το 1916 ο Modigliani γνώρισε τον Πολωνό ποιητή και έμπορο τέχνης Léopold Zborowski και τη σύζυγό του, Anna. Ο Zborowski έγινε ο βασικός έμπορός του και φίλος των τελευταίων χρόνων. Του ανέθεσε τη σειρά των γυναικείων γυμνών του 1916–1919, δάνεισε το διαμέρισμά του για τις συνεδρίες, έφερε μοντέλα και υλικά και τον πλήρωνε δεκαπέντε με είκοσι φράγκα την ημέρα. Σε αντίθεση με τα πορτρέτα φίλων και εραστών, τα γυμνά ήταν παραγγελία. Δεν είναι, επομένως, γυμνά της Jeanne Hébuterne, όπως συχνά νομίζεται. Η Jeanne εμφανίζεται κυρίως στα πορτρέτα.
Τα γυμνά αυτά δεν είναι ακαδημαϊκές Αφροδίτες. Δεν κρύβονται πίσω από μυθολογία, το σώμα γεμίζει τον καμβά και το μοντέλο κοιτάζει τον θεατή. Είναι σύγχρονες γυναίκες.
3 Δεκεμβρίου 1917: η μοναδική έκθεση της ζωής του
Η μοναδική ατομική έκθεση του Modigliani άνοιξε στις 3 Δεκεμβρίου 1917 στη γκαλερί της Berthe Weill και διήρκεσε ως τις 30 Δεκεμβρίου. Ήταν σκανδαλώδης. Η αστυνομία έκλεισε την έκθεση την ίδια ημέρα που άνοιξε, επειδή τα γυμνά, που φαίνονταν από την οδό, θεωρήθηκαν άσεμνα, και η έκθεση συνεχίστηκε μάλλον μετά την απομάκρυνση των έργων από τη βιτρίνα. Σύμφωνα με τον κατάλογο της Sotheby’s του 2010, εκτέθηκαν επτά γυμνά. Οι πίνακες που θεωρήθηκαν τότε άσεμνοι είναι σήμερα από τα ακριβότερα έργα τέχνης του κόσμου.
Η Jeanne Hébuterne
Την άνοιξη του 1917 η γλύπτρια Chana Orloff σύστησε στον Modigliani μια 19χρονη φοιτήτρια τέχνης, την Jeanne Hébuterne, που είχε ποζάρει στον Tsuguharu Foujita. Γεννημένη στις 6 Απριλίου 1898, σπούδαζε στην Académie Colarossi και προερχόταν από συντηρητική αστική οικογένεια. Οι σύγχρονοί της τη θυμούνται ήπια, ντροπαλή και ήσυχη. Η οικογένειά της, βαθιά καθολική, την αποκήρυξε για τη σχέση με τον Εβραίο ζωγράφο, που έβλεπε ως ένα διεφθαρμένο παρακατιανό. Παρ’ όλα αυτά σύντομα ζούσαν μαζί, πρώτα σε εργαστήριο στη rue de la Grande Chaumière.
Η Jeanne έγινε το κύριο θέμα της τέχνης του. Δεν ήταν όμως «απλώς μοντέλο», ήταν και η ίδια ζωγράφος, και το έργο της έμεινε για δεκαετίες απρόσιτο, ώσπου, μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια, ένας ιστορικός τέχνης έπεισε τους κληρονόμους να επιτρέψουν δημόσια πρόσβαση.
Ο γιος που λίγοι ξέρουν
Πριν από τη Jeanne ο Modigliani είχε αποκτήσει γιο, τον Gérard Thiroux (1917–2004), από τη σχέση του με την Simone Thiroux, και τουλάχιστον άλλα δύο παιδιά εκτός γάμου, κατά πηγές. Ο συνολικός αριθμός παιδιών που του αποδίδονται είναι τέσσερα. Δεν υπάρχει λόγος να απαλύνουμε την εικόνα. Ήταν γοητευτικός και ευφυής, αλλά και βίαιος απέναντι στις ερωμένες του και μεθυσμένος.
1918: Νίκαια και Cagnes
Στις αρχές του 1918, όταν ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ο Modigliani ταξίδεψε με τη Jeanne στη Νίκαια και στο Cagnes-sur-Mer, σε ένα ταξίδι που οργάνωσε ο Zborowski. Την εποχή εκείνη είχαν πλούσια κοινωνική ζωή και συναντούσαν τον Renoir, τον Picasso, τον de Chirico και τον Derain. Ο Modigliani, με τον Foujita και άλλους καλλιτέχνες, προσπάθησε να πουλήσει έργα σε πλούσιους τουρίστες και πούλησε λίγα, για λίγα φράγκα το καθένα. Ζωγράφισε παιδιά, χωρικούς, υπηρέτριες και υπαλλήλους, σε μια πιο ήσυχη περίοδο. Παρά τη φτώχεια, σε εκείνη την περίοδο δημιούργησε, σύμφωνα με τη συνήθη εκτίμηση, πολλά από τα πιο αγαπημένα του έργα.
Στις 29 Νοεμβρίου 1918, στη Νίκαια, η Jeanne γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομα Jeanne (στα ιταλικά Giovanna). Τον Μάιο του 1919 γύρισαν στο Παρίσι, στην οδό Grande Chaumière.
1919: το τελευταίο έτος
Η Jeanne ήταν ξανά έγκυος. Ο Modigliani την αρραβωνιάστηκε και αναγνώρισε επίσημα ως δική του την κόρη τους, αλλά η οικογένεια της Jeanne ήταν αντίθετη στον γάμο, κυρίως λόγω της φήμης του ως αλκοολικού και χρήστη. Ο γάμος δεν έγινε ποτέ, καθώς ανακάλυψε ότι είχε σοβαρή μορφή φυματίωσης. Η υγεία του επιδεινωνόταν γρήγορα, με συχνές κρίσεις αναισθησίας από το ποτό.
Ένα αυτοπορτρέτο του 1919 ανήκει σήμερα στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Πανεπιστημίου του Σάο Πάουλο. Το τελευταίο του έργο θεωρείται το πορτρέτο του Έλληνα συνθέτη Μάριου Βάρβογλη (1920).
24 Ιανουαρίου 1920: ο θάνατος
Τον Ιανουάριο του 1920, αφού κανείς δεν τον είχε ακούσει για μέρες, ένας γείτονας πήγε να τους δει. Βρήκε τον Modigliani στο κρεβάτι, παραληρούντα, και την Jeanne, σχεδόν στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης, να τον κρατά σφιχτά. Οι βιογράφοι περιγράφουν γύρω τους άδειες μπουκάλες και ανοιχτά κουτιά σαρδέλες. Κλήθηκε γιατρός, αλλά είχε μείνει πλέον πολύ λίγο να γίνει. Ο Modigliani έπασχε από φυματιώδη μηνιγγίτιδα και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Hôpital de la Charité. Πέθανε εκεί στις 24 Ιανουαρίου 1920, στα 35 του.
Η κηδεία του, στο Père Lachaise, έγινε με πλήθος από τις καλλιτεχνικές κοινότητες της Μονμάρτρης και του Μονπαρνάς. Οι πηγές διαφέρουν στην ακριβή ημερομηνία. Το Wikidata και το Modigliani Project γράφουν 27 Ιανουαρίου και το ίδρυμα Modigliani τη μεσημεριανή ώρα της 26ης.
Η Jeanne δεν άντεξε
Την επομένη του θανάτου του Modigliani, η οικογένεια της Jeanne την πήγε στο σπίτι των γονιών της. Εκεί, ανίκανη να παρηγορηθεί, τα ξημερώματα της 26ης Ιανουαρίου πήδηξε από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου και σκοτώθηκε μαζί με το αγέννητο παιδί τους. Ήταν 21 ετών. Ορισμένες πηγές καταγράφουν ως ημερομηνία την 25η, και η κοινή καταγραφή είναι η 26η.
Η οικογένειά της την έθαψε στο νεκροταφείο του Bagneux, κοντά στο Παρίσι, κατηγορώντας τον Modigliani για τον θάνατό της. Τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στο Père Lachaise μόλις το 1930, κατόπιν αιτήματος του αδελφού του Modigliani, του Emanuele, ώστε να ταφεί δίπλα του.
Ο τάφος του Αμεντέο Μοντιλιάνι
Ο Modigliani και η Jeanne Hébuterne αναπαύονται σε κοινό τάφο στο νεκροταφείο Père Lachaise του Παρισιού, στο 96ο τμήμα (Division 96). Ο τάφος είναι χαμηλός και λιτός και δεν είναι εύκολο να βρεθεί. Ένας οδηγός για τους επισκέπτες είναι ο τάφος της Edith Piaf, που βρίσκεται διαγώνια απέναντι από τον δικό τους στην Avenue Transversale 3, πίσω από έναν χαμηλό θάμνο. Στη μαρμάρινη πλάκα, το επίγραμμα του Modigliani λέει ότι τον χτύπησε ο θάνατος τη στιγμή της δόξας, και της Jeanne ότι ήταν πιστή σύντροφος μέχρι την ύστατη θυσία. Για άλλους τόπους ταφής δες τους τάφους διασήμων και τους τόπους μνήμης.
Η κόρη τους, η Jeanne Modigliani
Η κόρη τους ήταν μόλις δεκατεσσάρων μηνών όταν έχασε και τους δύο γονείς της. Την υιοθέτησε η αδελφή του Modigliani στη Φλωρεντία και μεγάλωσε στην Ιταλία. Ως ενήλικη έγινε ιστορικός της εβραϊκής τέχνης και είναι γνωστή για την έρευνα που έκανε για τον πατέρα της. Το 1958 δημοσίευσε το «Modigliani: Man and Myth», στο οποίο προσπάθησε να ξεχωρίσει τον πραγματικό άνθρωπο από τον θρύλο που είχε δημιουργηθεί μετά τον θάνατό του. Πέθανε στο Παρίσι το 1984.
Πώς δημιουργήθηκε ο «καταραμένος Modigliani»
Μετά τον θάνατό του η βιογραφία του έγινε σχεδόν τέλειο υλικό για μύθο: ωραίος Ιταλός, φτωχός ζωγράφος, αψέντι, χασίς, έρωτες, φυματίωση, θάνατος στα 35 και δύο μέρες αργότερα η αυτοκτονία της εγκύου συντρόφου του. Τη δεκαετία του 1920 ο André Salmon έγραψε ότι ο Modigliani ήταν πεζός ζωγράφος όσο ήταν νηφάλιος και ότι «το φως ήρθε» όταν παραδόθηκε στην ασωτία. Πολλοί επίδοξοι καλλιτέχνες προσπάθησαν να τον μιμηθούν, με τη χρήση ουσιών και τη μποέμ υπερβολή, ελπίζοντας στην ίδια επιτυχία.
Το πρόβλημα με την εικόνα του «καταραμένου» είναι ότι κάνει την τέχνη να μοιάζει προϊόν μέθης. Τα έργα δείχνουν το αντίθετο: ελεγχόμενη γραμμή, μελετημένη σύνθεση, βαθιές αναφορές στην ιστορία της τέχνης. Ο Modigliani δεν εντάχθηκε στον Κυβισμό, στον Ντανταϊσμό, στον Σουρεαλισμό ή στον Φουτουρισμό και επέμενε να είναι διαφορετικός. Οι μελετητές τον περιγράφουν ως καλλιτέχνη που δεν ήθελε να σοκάρει, αλλά να πει απλώς «αυτό είναι που βλέπω».
Ο πιο πλαστογραφημένος ζωγράφος
Ο Modigliani είναι ένας από τους πιο πλαστογραφημένους καλλιτέχνες στον κόσμο. Πέθανε νέος, ο κληρονομικός φάκελος του έργου του είναι προβληματικός, και υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικοί κατάλογοι έργων, από τους οποίους ορισμένοι θεωρούνται σήμερα αναξιόπιστοι. Ο ειδικός Christian Parisot συνελήφθη το 2013 από την ιταλική αστυνομία τέχνης, και κατασχέθηκαν έργα και ύποπτα πιστοποιητικά. Το 2018 κατασχέθηκαν είκοσι ψεύτικα έργα σε έκθεση στη Γένοβα. Ο διαβόητος πλαστογράφος Elmyr de Hory παραδέχτηκε ότι είχε φτιάξει πολλά ψεύτικα Modigliani. Ο ιστορικός τέχνης Marc Restellini ετοίμαζε επί δεκαετίες δικό του κατάλογο έργων, με έξι τόμους, που ανακοινώθηκε από τις εκδόσεις Yale University Press για τον Απρίλιο του 2026.
Οι ψεύτικες κεφαλές του Λιβόρνο (1984)
Το 1984, στα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, το Λιβόρνο οργάνωσε έκθεση προς τιμήν του. Υπήρχε ένας θρύλος ότι ο Modigliani, νέος, είχε πετάξει στα κανάλια της πόλης γλυπτά που τον είχαν κοροϊδέψει. Η επιμελήτρια Vera Durbè χρηματοδότησε αναζήτηση στο κανάλι, και τον Ιούλιο βρέθηκαν τρεις πέτρινες κεφαλές. Αναγνωρισμένοι ιστορικοί τέχνης, ανάμεσά τους ο Giulio Carlo Argan και ο Cesare Brandi, τις θεώρησαν αυθεντικές, και η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου.
Λίγο αργότερα τρεις φοιτητές, ο Pietro Luridiana, ο Pierfrancesco Ferrucci και ο Michele Ghelarducci, αποκάλυψαν σε συνέντευξη στο Panorama ότι η μία κεφαλή ήταν δική τους, φτιαγμένη με τρυπάνι Black & Decker, για πλάκα. Οι άλλες δύο ήταν έργο του 29χρονου λιμενεργάτη και καλλιτέχνη Angelo Froglia, που είπε ότι ήθελε να αποκαλύψει πόσο εύκολα η συλλογική πειθώ, μέσω της τηλεόρασης, των εφημερίδων και της κουβέντας, επηρεάζει τις πεποιθήσεις των ανθρώπων.
Από λίγα φράγκα σε 170 εκατομμύρια δολάρια
Όσο ζούσε, έκανε ανταλλαγές σχεδίων για γεύματα και πουλούσε έργα για ελάχιστα χρήματα. Τον Νοέμβριο του 2010 ένα γυμνό του, το «La Belle Romaine», πουλήθηκε στη Sotheby’s για περισσότερα από 68,9 εκατομμύρια δολάρια, ρεκόρ για τον ζωγράφο. Στις 9 Νοεμβρίου 2015 το «Nu couché» (1917–1918) πουλήθηκε στη Christie’s της Νέας Υόρκης για 170.405.000 δολάρια στον Κινέζο συλλέκτη Liu Yiqian. Στις 14 Μαΐου 2018 το «Nu couché (sur le côté gauche)» (1917) πουλήθηκε στη Sotheby’s για 157,2 εκατομμύρια δολάρια, τη μεγαλύτερη τιμή στην ιστορία του οίκου.
Μύθοι και πραγματικότητα
Ότι ζωγράφιζε έτσι επειδή «δεν ήξερε ανατομία»: είχε πολυετή ακαδημαϊκή εκπαίδευση στο σχέδιο και στο γυμνό. Η επιμήκυνση ήταν συνειδητή επιλογή.
Ότι ήταν Κυβιστής: έζησε ανάμεσα στους Κυβιστές, αλλά δεν εντάχθηκε στο κίνημα.
Ότι όλα τα πορτρέτα έχουν άδεια μάτια: σε πολλά έργα τα μάτια έχουν κανονικά κόρες.
Ότι τα διάσημα γυμνά είναι της Jeanne Hébuterne: τα γυμνά ήταν παραγγελίες του Zborowski με επαγγελματικά μοντέλα.
Ότι πέθανε επειδή «ήπιε τον εαυτό του μέχρι θανάτου»: το αλκοόλ και τα ναρκωτικά επιβάρυναν σοβαρά την υγεία του, αλλά η φυματίωση υπήρχε από τα δεκάξι του.
Ότι ήταν εντελώς άγνωστος όσο ζούσε: είχε εμπόρους, υποστηρικτές και συλλέκτες και είχε εκθέσει σε σημαντικά Salon. Η μεγάλη φήμη ήρθε μετά τον θάνατό του.
Ότι η έκθεση του 1917 έκλεισε οριστικά: έκλεισε από την αστυνομία την πρώτη μέρα, αλλά, κατά τις πηγές, συνεχίστηκε μετά την απομάκρυνση των έργων από τη βιτρίνα.
Ότι η Jeanne Hébuterne ήταν απλώς μοντέλο: ήταν σπουδάστρια και ζωγράφος με δικό της έργο.
Λιγότερο γνωστά στοιχεία για τον Αμεντέο Μοντιλιάνι
- Ο δάσκαλός του, ο Micheli, τον αποκαλούσε «Σούπερμαν» λόγω Nietzsche.
- Ήξερε, λέγεται, απέξω τα «Άσματα του Maldoror» του Lautréamont.
- Το πρώτο χασίς το δοκίμασε στη Βενετία, στα δεκαεννέα του.
- Ήθελε να φτιάξει με τον Jacob Epstein έναν «Ναό της Ομορφιάς» με Καρυάτιδες.
- Έκανε εκατοντάδες σχέδια την ημέρα, και πολλά χάθηκαν ή τα χάρισε.
- Το «Tête» του έγινε το τρίτο ακριβότερο γλυπτό που πουλήθηκε ποτέ, το 2010.
- Το τελευταίο του πορτρέτο ήταν του Έλληνα συνθέτη Μάριου Βάρβογλη.
- Ένα σχέδιό του με Καρυάτιδα ανήκει στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.
- Το ψευδο-βρογχοκήλη ονομάζεται στην ιατρική «σύνδρομο Modigliani».
- Η κηδεία του στο Père Lachaise έγινε με μεγάλο πλήθος καλλιτεχνών.
- Το 1984 τρεις ψεύτικες κεφαλές εξαπάτησαν ειδικούς.
Συχνές ερωτήσεις
Πότε και πού γεννήθηκε ο Αμεντέο Μοντιλιάνι;
Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1884 στο Λιβόρνο της Τοσκάνης, σε σεφαραδίτικη εβραϊκή οικογένεια.
Γιατί ο Μοντιλιάνι ζωγράφιζε μακριά πρόσωπα και λαιμούς;
Το ύφος προέκυψε από συνδυασμό επιρροών: η ιταλική Αναγέννηση, ο Cézanne, ο Brancusi και η αφρικανική, αιγυπτιακή, κυκλαδική και ελληνική γλυπτική. Ήταν συνειδητή επιλογή, όχι τεχνική αδυναμία.
Γιατί πολλά πορτρέτα του έχουν άδεια μάτια;
Ήταν καλλιτεχνική επιλογή που συνδέεται με τη γλυπτική και τις μάσκες που μελετούσε. Δεν έχουν όμως όλα τα πορτρέτα άδεια μάτια. Η δημοφιλής εξήγηση ότι ζωγράφιζε τα μάτια μόνο όταν γνώριζε την ψυχή του μοντέλου δεν τεκμηριώνεται.
Ποια ήταν η Jeanne Hébuterne;
Ήταν Γαλλίδα ζωγράφος και η τελευταία σύντροφος του Modigliani. Γεννήθηκε το 1898, γνωρίστηκαν το 1917, απέκτησαν μία κόρη και εκείνος τη ζωγράφισε πολλές φορές.
Πώς πέθανε ο Αμεντέο Μοντιλιάνι;
Πέθανε στο Παρίσι στις 24 Ιανουαρίου 1920 από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Hôpital de la Charité. Ήταν 35 ετών.
Τι συνέβη στη Jeanne Hébuterne μετά τον θάνατό του;
Ήταν 21 ετών και έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Δύο μέρες μετά τον θάνατο του Modigliani αυτοκτόνησε, πέφτοντας από παράθυρο πέμπτου ορόφου στο σπίτι των γονιών της, στις 26 Ιανουαρίου 1920.
Γιατί έκλεισε η αστυνομία την έκθεση του 1917;
Η μοναδική ατομική του έκθεση στη γκαλερί Berthe Weill άνοιξε στις 3 Δεκεμβρίου 1917. Τα γυμνά που φαίνονταν από την οδό θεωρήθηκαν άσεμνα και η αστυνομία έκλεισε την έκθεση την πρώτη ημέρα. Συνεχίστηκε μάλλον μετά την απομάκρυνση των έργων από τη βιτρίνα.
Πού είναι θαμμένος ο Μοντιλιάνι;
Στο νεκροταφείο Père Lachaise του Παρισιού, στο 96ο τμήμα, σε κοινό τάφο με τη Jeanne Hébuterne. Ο τάφος βρίσκεται διαγώνια απέναντι από αυτόν της Edith Piaf.
Πόσο ακριβός είναι ένας πίνακας του Μοντιλιάνι;
Το «Nu couché» πουλήθηκε στη Christie’s το 2015 για 170,4 εκατομμύρια δολάρια και το «Nu couché (sur le côté gauche)» στη Sotheby’s το 2018 για 157,2 εκατομμύρια.
Υπάρχει έργο του Μοντιλιάνι στην Ελλάδα;
Ναι. Η «Cariatide» (περίπου 1914, μολύβι και γκουάς) ανήκει στη συλλογή του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. Δεν εκτίθεται προς το παρόν. Επιπλέον, το τελευταίο πορτρέτο που ζωγράφισε ήταν του Έλληνα συνθέτη Μάριου Βάρβογλη.
Πηγές
- Wikipedia: Amedeo Modigliani
- Wikipedia: Jeanne Hébuterne
- Wikipedia: Jeanne Modigliani
- Wikidata: Amedeo Modigliani (Q120993)
- Encyclopaedia Britannica: Amedeo Modigliani
- Encyclopaedia Britannica: Amedeo Modigliani summary
- The Modigliani Project: Biography of the artist
- Fondazione Amedeo Modigliani: Biography
- The Art Story: Amedeo Modigliani
- Art UK: Modigliani, Amedeo (1884–1920)
- Basil & Elise Goulandris Foundation: Caryatid
- The Tombstone Tourist: Amedeo Modigliani, Père Lachaise
- City of Immortals: Jeanne Hébuterne
- Geopop: La burla di Livorno e i falsi Modigliani del 1984
- The Local Italy: Livorno plans to show fake Modigliani heads
- Modigliani 1909: The Memorable 1984 Hoax
Ο τάφος

Τελευταία ενημέρωση:
Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.
