Παζολίνι: η δολοφονία στην Όστια και όσα δεν απάντησαν οι δίκες
Η τελευταία διαδρομή του Παζολίνι στην Όστια, οι αντιφατικές δικαστικές κρίσεις, ο αποχαιρετισμός στη Ρώμη και η ταφή στην Καζάρσα. Μια τεκμηριωμένη αναδρομή στα στοιχεία, στις μαρτυρίες και στα ερωτήματα που παραμένουν.

ΟΣΤΙΑ · ΝΥΧΤΑ 1–2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1975
Μία καταδίκη, διαφορετικές δικαστικές κρίσεις για πιθανούς συνεργούς και μισός αιώνας ερωτημάτων γύρω από την τελευταία νύχτα.

Πριν βρεθεί το σώμα, είχε βρεθεί το αυτοκίνητο. Τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Νοεμβρίου 1975, οι καραμπινιέροι σταμάτησαν στην Όστια την Alfa Romeo του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Στο τιμόνι καθόταν ένας δεκαεπτάχρονος, ο Τζουζέπε «Πίνο» Πελόζι. Το πρωί, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου βρέθηκε νεκρός στο Ιντροσκάλο, σε ένα χωμάτινο γήπεδο κοντά στη θάλασσα. Ήταν 53 ετών.[2]
Το όχημα, ο νεαρός οδηγός και η αναγνώριση του θύματος έδωσαν πολύ γρήγορα στην αστυνομία μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Πελόζι παραδέχθηκε ότι είχε εμπλακεί στον θάνατο. Θα καταδικαζόταν. Αυτό που δεν θα έπαυε να αμφισβητείται ήταν αν η ιστορία τελείωνε σε εκείνον. [1]
Η αμφιβολία δεν γεννήθηκε μόνο από φήμες. Υπήρχε ήδη μέσα στην πρώτη δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο ανηλίκων δέχθηκε συμμετοχή αγνώστων συνεργών. Η έφεση αφαίρεσε αυτό το σκέλος. Δεκαετίες μετά, ο ίδιος ο Πελόζι άλλαξε την αφήγησή του. Κάθε νέα εξέταση άνοιγε μια πιθανότητα, χωρίς να προσφέρει την οριστική απάντηση που πολλοί περίμεναν. [1][3]
Περιεχόμενα του χρονικού
- Το απόγευμα που έμεινε στη μέση
- Μία ημέρα πριν, απαντούσε ακόμη στις κάμερες
- Το «Σαλό» δεν είχε ακόμη φτάσει στο κοινό
- Από το κέντρο της Ρώμης στην Όστια
- Το πρωί που η Ρώμη έμαθε ποιος ήταν ο νεκρός
- Το αυτοκίνητο συνέδεσε τον Πελόζι με την υπόθεση
- Η πρώτη απόφαση μιλούσε για αγνώστους συνεργούς
- Η έφεση δεν αθώωσε τον Πελόζι
- Η οικογένεια είχε αποσύρει την πολιτική αγωγή
- Το 2005 ο βασικός αφηγητής άλλαξε την ιστορία
- Ούτε οι άνθρωποι που τον γνώριζαν συμφώνησαν
- Τα γενετικά ίχνη δεν έδωσαν ονόματα
- Τα νέα αιτήματα και η υπόθεση των κλεμμένων ταινιών
- Οι κλεμμένες μπομπίνες έφτασαν και στο Κοινοβούλιο
- 5 Νοεμβρίου: ο αποχαιρετισμός στη Ρώμη
- 6 Νοεμβρίου: η επιστροφή στην Καζάρσα
- Ο τάφος που βλέπουμε σήμερα διαμορφώθηκε αργότερα
- Το χρονολόγιο της υπόθεσης
- Ερωτήσεις για την υπόθεση
Το απόγευμα που έμεινε στη μέση
Την 1η Νοεμβρίου ο Παζολίνι είχε συναντήσει τον δημοσιογράφο Φούριο Κολόμπο για μια συνέντευξη. Μίλησαν για τη βία, την εξουσία και μια κοινωνία στην οποία η επιθυμία κατοχής μπορούσε να καταλήξει στην καταστροφή του άλλου. Ο τίτλος που πρότεινε ο ίδιος ήταν Siamo tutti in pericolo — «Είμαστε όλοι σε κίνδυνο». [4]
Η συζήτηση δεν είχε αντιμετωπιστεί ως αποχαιρετισμός. Σύμφωνα με την εισαγωγή του Κολόμπο, ο Παζολίνι θα επανερχόταν σε ορισμένες απαντήσεις. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, στο Tuttolibri της La Stampa, στις 8 Νοεμβρίου. Το κείμενο σώζει μια φωνή που εξακολουθούσε να επιχειρηματολογεί και να σχεδιάζει τη συνέχεια. Η γνώση του τέλους είναι δική μας, όχι αποδεδειγμένη πρόγνωση του ομιλητή. [4]
Ο τίτλος απέκτησε αναπόφευκτα προφητικό ήχο. Αξίζει, όμως, να ακουστεί και μέσα στο αρχικό του πλαίσιο. Ο Παζολίνι μιλούσε για έναν γενικότερο κοινωνικό κίνδυνο. Δεν κατονόμαζε τους ανθρώπους που θα τον σκότωναν ούτε περιέγραφε μια συγκεκριμένη παγίδα που γνώριζε ότι τον περίμενε εκείνο το βράδυ.
Ήταν πενήντα τριών ετών, ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης, με δημόσια παρουσία που προκαλούσε συστηματικά αντιδράσεις. Η τελευταία ταινία του, το Σαλό, βρισκόταν στην πορεία προς την κυκλοφορία της. Το έργο του εξηγεί γιατί ο φόνος προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν αρκεί, από μόνο του, για να εξηγήσει ποιος τον διέπραξε. [5]
Μία ημέρα πριν, απαντούσε ακόμη στις κάμερες
Στις 31 Οκτωβρίου, προτού επιστρέψει στην Ιταλία από το ταξίδι του στη Σκανδιναβία, ο Παζολίνι είχε σταματήσει στο Παρίσι. Στο «Dix de Der» της Antenne 2 τον περίμενε ο Φιλίπ Μπουβάρ. Το θέμα ήταν το «Σαλό», η καινούργια του ταινία, και το σκάνδαλο που προεξοφλούσε ο συνομιλητής του. Ο Παζολίνι αντιμετώπιζε τις ερωτήσεις με την ειρωνεία ενός ανθρώπου συνηθισμένου να πρέπει να εξηγεί γιατί ενοχλεί. Δεν μιλούσε σαν να είχε εγκαταλείψει τον δημόσιο διάλογο. Εξακολουθούσε να διεκδικεί θέση μέσα του.[24]
Μια μικρή απάντηση διασώζει καλύτερα από μια σειρά επιθέτων την αυτοεικόνα του: όταν ρωτήθηκε ποια από τις πολλές ιδιότητές του προτιμούσε, παρέπεμψε σε εκείνη που αναγραφόταν στο διαβατήριό του — συγγραφέας. Ο κινηματογράφος είχε κάνει το πρόσωπό του διεθνώς αναγνωρίσιμο. Εκείνος εξακολουθούσε να συστήνεται μέσα από τη γραφή. Η τελευταία συνέντευξη στον Κολόμπο, την επομένη στη Ρώμη, ανήκει στην ίδια αδιάκοπη εργασία.[24][4]
Το «Σαλό» δεν είχε ακόμη φτάσει στο κοινό
Ο δημιουργός που θα εμφανιζόταν τις επόμενες ημέρες στα πρωτοσέλιδα ως θύμα είχε μόλις ολοκληρώσει μία από τις πιο δύσκολες ταινίες του. Το «Σαλό ή οι 120 ημέρες των Σοδόμων» μετέφερε τον κόσμο του Μαρκήσιου ντε Σαντ στη φασιστική Ιταλία της Δημοκρατίας του Σαλό. Ο εγκλεισμός, η εξουσία πάνω στο σώμα και η οργάνωση της ταπείνωσης αποτελούσαν τον πυρήνα του. Η ταινία θα κυκλοφορούσε μετά τον θάνατό του. Ο ίδιος δεν θα παρακολουθούσε τη δημόσια διαδρομή της.[25]
Η απόσταση από το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» ήταν μεγάλη ως προς την εικόνα, όχι ως προς την ένταση με την οποία χρησιμοποιούσε το σινεμά. Εκείνη η παλαιότερη εργασία, με τον Ενρίκε Ιραζόκι στον ρόλο του Χριστού, είχε αφήσει και τη φωτογραφία από τη Ματέρα που ακολουθεί. Αξίζει να τη δει κανείς πριν φτάσει στο Ιντροσκάλο: ο άνθρωπος που έγινε αντικείμενο μιας ατελείωτης εγκληματολογικής συζήτησης είχε περάσει τη ζωή του αναζητώντας πρόσωπα, γλώσσες και τόπους για να αφηγηθεί.[5][25]

Από το κέντρο της Ρώμης στην Όστια
Η διαδρομή της τελευταίας νύχτας αποτυπώθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις καταθέσεις του Πελόζι και τα στοιχεία που εξετάστηκαν στη δίκη. Η γνωριμία στο κέντρο της Ρώμης, το φαγητό στο Biondo Tevere και η μετάβαση προς την Όστια αποτελούν τον βασικό κορμό εκείνης της ανασύνθεσης. Δεν έχουν όλες οι λεπτομέρειες την ίδια αποδεικτική προέλευση. Άλλες στηρίζονται σε εξωτερικές μαρτυρίες και άλλες στη διήγηση του κατηγορουμένου. [1][6]

Το Ιντροσκάλο βρισκόταν στην παραθαλάσσια περιφέρεια της Ρώμης. Η απόσταση από το κέντρο είχε σημασία: οι επαφές της βραδιάς κατέληξαν σε έναν χώρο όπου όσα συνέβησαν δεν παρακολουθήθηκαν από ένα συνεχές, ασφαλές δίκτυο μαρτύρων. Το αυτοκίνητο θα επέστρεφε στη δημόσια ορατότητα πριν από τον άνθρωπο που το είχε οδηγήσει ως εκεί.
Η σημερινή τοποθεσία περιλαμβάνει χώρο μνήμης αφιερωμένο στον Παζολίνι. Η δημοτική τουριστική τεκμηρίωση της Ρώμης συνδέει το μνημείο με το σημείο της δολοφονίας. Οι σύγχρονες φωτογραφίες του πάρκου βοηθούν να αντιληφθούμε τη γεωγραφία. Δεν αποτελούν φωτογραφίες της σκηνής του 1975 και δεν πρέπει να παρουσιάζονται σαν να διασώζουν αναλλοίωτες τις τότε συνθήκες. [7]

Το πρωί που η Ρώμη έμαθε ποιος ήταν ο νεκρός
Στον χώρο όπου βρέθηκε ο Παζολίνι υπήρχαν ξύλινα αντικείμενα που εξετάστηκαν ως μέσα της επίθεσης: ένας πάσσαλος και μια σανίδα με αίμα. Το σώμα είχε δεχθεί χτυπήματα στο κεφάλι και είχε πατηθεί από αυτοκίνητο. Η διαπίστωση αυτή συνδέει δύο διαφορετικές πράξεις βίας. Δεν λύνει από μόνη της τη σειρά τους ούτε προσδιορίζει πόσα χέρια συμμετείχαν. Αυτές ακριβώς οι συνδέσεις θα απασχολούσαν τους δικαστές.[2][20]
Οι φωτογραφίες της ημέρας διασώζουν επίσης μια αδυναμία της πρώτης έρευνας. Ο χώρος δεν είχε προστατευθεί με την αυστηρότητα που θα χρειαζόταν για να διατηρηθεί η σκηνή. Η κοινοβουλευτική επιτροπή που εξέτασε την υπόθεση δεκαετίες αργότερα θα κατέγραφε την ελλιπή απομόνωσή του και την παράλειψη έγκαιρης ακρόασης κατοίκων των κοντινών παραπηγμάτων. Είναι συγκεκριμένες ελλείψεις, με συνέπειες που δεν διορθώνονται απλώς επειδή περνά ο χρόνος.[28]
Από εκείνη την Κυριακή προέκυψαν δύο παράλληλες ιστορίες. Η μία ήταν η αστυνομική: ένας νεαρός βρισκόταν ήδη στα χέρια των αρχών, μέσα στο αυτοκίνητο του θύματος. Η άλλη ήταν η δημόσια απώλεια: ο νεκρός ήταν ένας από τους ανθρώπους που η Ιταλία άκουγε, αμφισβητούσε και συζητούσε διαρκώς. Η ταχύτητα με την οποία το έγκλημα απέκτησε ένα όνομα υπόπτου δεν σήμαινε ότι είχε αποκτήσει και πλήρη εξήγηση.

Το αυτοκίνητο συνέδεσε τον Πελόζι με την υπόθεση
Ο Πελόζι, γνωστός και με το παρατσούκλι «Πίνο», ήταν δεκαεπτά ετών. Η σύλληψή του μέσα στο αυτοκίνητο του Παζολίνι ήταν ένα άμεσο, ελέγξιμο στοιχείο. Στην έρευνα προστέθηκαν οι δικές του δηλώσεις και ευρήματα από τον χώρο. Η αρχική εκδοχή του περιέγραφε σύγκρουση μεταξύ των δύο και τη φυγή του με το αυτοκίνητο. [1][2]
Η υπόθεση είχε μια ιδιαίτερη δυσκολία από την αρχή. Το θύμα δεν μπορούσε να δώσει τη δική του εκδοχή. Ο άνθρωπος που κατηγορούνταν για τον θάνατό του ήταν επίσης ο βασικός αφηγητής των τελευταίων λεπτών. Η αποδοχή της συμμετοχής του δεν επέβαλλε να θεωρηθεί ακριβής κάθε επιμέρους εξήγηση που έδινε.
Ο Παζολίνι είχε υποστεί βίαια πλήγματα και είχε πατηθεί από αυτοκίνητο. Η δικαστική συζήτηση αφορούσε τόσο τη συμμετοχή του Πελόζι όσο και τη δυνατότητα να είχε εκτελέσει μόνος του ολόκληρη την επίθεση. Από εκεί προήλθε η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην απλή εκδοχή ενός εγκλήματος με έναν δράστη. [1][6]

Η πρώτη απόφαση μιλούσε για αγνώστους συνεργούς
Στις 26 Απριλίου 1976 το δικαστήριο ανηλίκων της Ρώμης, με πρόεδρο τον Κάρλο Αλφρέντο Μόρο, καταδίκασε τον Πελόζι. Η ποινή ήταν εννέα χρόνια, επτά μήνες και δέκα ημέρες. Η διατύπωση για την ανθρωποκτονία περιλάμβανε το in concorso con ignoti: με συμμετοχή αγνώστων. [1]
Η φράση αυτή είναι ουσιαστική. Δεν σημαίνει ότι είχαν εντοπιστεί οι άλλοι δράστες. Σημαίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε πως η πράξη δεν μπορούσε να αποδοθεί μόνο στον Πελόζι. Άφηνε έτσι ένα κενό ως προς τα πρόσωπα, ενώ θεωρούσε αποδεδειγμένη τη δική του ευθύνη.
Στην επιχειρηματολογία των πρώτων δικαστών υπήρχε η δυσαναλογία ανάμεσα στη βία που είχε δεχθεί το θύμα και στην εικόνα του νεαρού κατηγορουμένου. Τα ρούχα και τα περιορισμένα ίχνη πάνω του εξετάστηκαν σε σχέση με την περιγραφή μιας παρατεταμένης, αιματηρής σύγκρουσης. Το ερώτημα ήταν πρακτικό: μπορούσε η συγκεκριμένη ακολουθία να έχει εξελιχθεί με τον τρόπο που διηγούνταν ένας μόνο άνθρωπος; [1]
Τα δεδομένα αυτά είχαν ερμηνευτική δύναμη, αλλά δεν έδιναν ταυτότητα σε κάποιον τρίτο. Η απόσταση ανάμεσα στο «υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι συμμετείχαν άλλοι» και στο «γνωρίζουμε ποιοι ήταν και ποιος τους έστειλε» παραμένει μεγάλη. Η πρώτη απόφαση δεν την κάλυψε.
Η έφεση δεν αθώωσε τον Πελόζι
Στις 4 Δεκεμβρίου 1976 το εφετείο άλλαξε την κρίση ως προς τους αγνώστους συνεργούς. Διατήρησε την καταδίκη, αποδίδοντας την ευθύνη στον Πελόζι ως μόνο δράστη. Η παρουσία άλλων δεν θεωρήθηκε αποδεδειγμένη με τον τρόπο που την είχε δεχθεί το πρώτο δικαστήριο. [1]
Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που δυσκολεύει τις εύκολες περιγραφές της δίκης. Την αναφορά σε αγνώστους συνεργούς προσέβαλε και η εισαγγελική πλευρά, με διαφορετικό εισαγγελέα από εκείνον του πρώτου βαθμού. Το εφετείο, παράλληλα, απέρριψε την εκδοχή ότι ο Παζολίνι είχε επιχειρήσει να βιάσει τον Πελόζι. Η αποδοχή ενός μόνο υπευθύνου δεν ισοδυναμούσε με αποδοχή κάθε ισχυρισμού της υπεράσπισης για το θύμα. Η ερώτηση για το ακριβές κίνητρο παρέμενε χωρίς ασφαλή απάντηση.[20]
Αυτή η αλλαγή συχνά συνοψίζεται ως μια ανεξήγητη εξαφάνιση συνεργών από τη δικογραφία. Η δημοσιευμένη απόφαση της έφεσης, ωστόσο, περιλαμβάνει αιτιολογία και διαφορετική αξιολόγηση των ίδιων κρίσιμων ενδείξεων. Μπορεί κανείς να τη θεωρεί πειστική ή ανεπαρκή. Δεν είναι ακριβές να λέει ότι δεν υπήρξε καθόλου δικαστική συλλογιστική.
Το 1979 η υπόθεση έφτασε στην αναίρεση και η καταδίκη κατέστη οριστική. Η αναιρετική κρίση δεν ήταν μια νέα επιτόπια έρευνα στην Όστια ούτε μια επανάληψη όλων των πραγματογνωμοσυνών. Έλεγχε τους νομικούς λόγους που είχαν τεθεί ενώπιόν της. Η διάκριση βοηθά να μη μεταφράζουμε μια οριστική καταδίκη σε ισχυρισμό ότι κάθε ιστορικό ερώτημα απαντήθηκε για πάντα. [1]
Για τη δικαστική ιστορία, λοιπόν, υπάρχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Για την ιστορία της έρευνας υπάρχει επίσης μια καταγεγραμμένη διαφωνία ανάμεσα σε βαθμούς δικαιοδοσίας. Το ένα δεν σβήνει το άλλο. [2][19] Η πρώτη κρίση δεν είναι η τελική απόφαση, αλλά ούτε έπαψε να αποτελεί τεκμήριο ότι οι αμφιβολίες είχαν εμφανιστεί πολύ νωρίς.
Η οικογένεια είχε αποσύρει την πολιτική αγωγή
Μια λιγότερο γνωστή στιγμή βρίσκεται λίγο πριν από την πρώτη απόφαση. Ο δικηγόρος Γκουίντο Κάλβι ανακοίνωσε την αποχώρηση της οικογένειας από την παράσταση πολιτικής αγωγής. Στην αγόρευσή του δεν ζητούσε να θεωρηθεί αθώος ο Πελόζι. Εξέφραζε την πεποίθηση ότι η ευθύνη του είχε αποδειχθεί, αλλά ότι η αλήθεια που είχε φτάσει στο δικαστήριο ήταν ελλιπής. [1]
Η κίνηση δεν ήταν παραίτηση από την αναζήτηση των άλλων. Το κείμενο επέμενε ακριβώς στην ύπαρξη αγνώστων συμμετεχόντων, όπως την υποστήριζε η πολιτική αγωγή. Έχει σημασία να διαβάζεται ως η θέση του συνηγόρου της οικογένειας. Η αγόρευση είναι τεκμήριο μιας δικαστικής αντιπαράθεσης, όχι μια επιπλέον αμετάκλητη απόφαση.
Η λεπτομέρεια αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται η αρχική διαδικασία. Η αμφισβήτηση δεν προήλθε αποκλειστικά από ανθρώπους που, χρόνια μετά, θέλησαν να προσθέσουν ένα πολιτικό θρίλερ σε ένα ήδη διάσημο έγκλημα. Υπήρχε μέσα στην αίθουσα, προτού εκδοθεί καν η πρώτη ετυμηγορία.
Το 2005 ο βασικός αφηγητής άλλαξε την ιστορία
Τριάντα χρόνια μετά τη δολοφονία, ο Πελόζι εμφανίστηκε στην εκπομπή Ombre sul giallo της Rai και ανακάλεσε την εκδοχή με την οποία ήταν γνωστή η υπόθεση. Υποστήριξε ότι άλλοι άνδρες είχαν επιτεθεί στον Παζολίνι και ότι ο ίδιος είχε σιωπήσει επειδή φοβόταν για τους γονείς του. [3][8]
Η δήλωση είχε προφανές ειδησεογραφικό βάρος. Προερχόταν από τον μοναδικό καταδικασμένο και άλλαζε τη θέση του από πρωταγωνιστή σε μάρτυρα μιας επίθεσης άλλων. Η ιδιότητα αυτή δεν καθιστούσε τη νέα αφήγηση αυτομάτως αληθινή. Την καθιστούσε αναγκαίο αντικείμενο ελέγχου.
Σε μεταγενέστερη εξέταση, το 2014, ο Πελόζι μίλησε ξανά για άλλους συμμετέχοντες. Οι μεταβολές στις αφηγήσεις του αύξαναν τη δυσκολία: ποια σημεία προέρχονταν από πραγματική μνήμη, ποια είχαν αλλάξει και ποια μπορούσαν να στηριχθούν σε ανεξάρτητο εύρημα; Ο ίδιος πέθανε το 2017. Η ανασκευή δεν είχε οδηγήσει σε ακύρωση της καταδίκης του. [9][10]
Ούτε οι άνθρωποι που τον γνώριζαν συμφώνησαν
Η ανασκευή του 2005 δεν ένωσε αυτομάτως τους φίλους και τους συγγενείς γύρω από μια κοινή εξήγηση. Ο Νίκο Ναλντίνι, πρώτος ξάδελφος και βιογράφος του Παζολίνι, αντιμετώπισε με δυσπιστία τη νέα αφήγηση και υποστήριξε διαφορετική ανάγνωση του εγκλήματος. Την ίδια περίοδο, άνθρωποι που είχαν συμμετάσχει στην αρχική δίκη επέμεναν ότι τα ερωτήματα για άλλους δράστες δεν είχαν εξαλειφθεί. Οι διαφωνίες περνούσαν και μέσα από τον κύκλο που είχε κάθε λόγο να ενδιαφέρεται περισσότερο για την αλήθεια.[19]
Η συγγένεια και η φιλία δίνουν πρόσβαση σε έναν άνθρωπο, όχι κατ’ ανάγκην στην τελευταία του νύχτα. Ούτε η δυσπιστία του Ναλντίνι λύνει τον φόνο ούτε η βεβαιότητα άλλων γνωστών του υποκαθιστά μια ταυτοποίηση. Αυτή η σύγκρουση έχει ιστορική αξία επειδή δείχνει πόσο γρήγορα η συζήτηση ξεπέρασε τη στενή σχέση κατηγορουμένου και θύματος. Μαζί με τα πειστήρια, κάθε γενιά κληρονομούσε και ένα σύνολο πεποιθήσεων για το ποιος ήταν ο Παζολίνι.
Τα γενετικά ίχνη δεν έδωσαν ονόματα
Η επανεξέταση των πειστηρίων με νεότερες τεχνικές τροφοδότησε την προσδοκία ότι η βιολογία θα έλυνε όσα δεν είχαν λύσει οι καταθέσεις. Εντοπίστηκαν γενετικά προφίλ σε παλιά αντικείμενα της υπόθεσης. Δεν κατέστη δυνατό να αποδοθούν με τρόπο που να θεμελιώνει νέες κατηγορίες. Τον Μάιο του 2015 η νέα έρευνα αρχειοθετήθηκε. [11][12]
Εδώ κρύβεται μια από τις πιο συχνές παρανοήσεις γύρω από τον φόνο. «Βρέθηκε DNA άλλου ανθρώπου» δεν σημαίνει αυτομάτως «βρέθηκε DNA άλλου δολοφόνου». Χρειάζεται να γνωρίζουμε σε ποιο αντικείμενο βρέθηκε, πότε μπορεί να μεταφέρθηκε, ποιοι το χειρίστηκαν και αν μπορεί να συνδεθεί με την πράξη. Τα πειστήρια είχαν διανύσει δεκαετίες αποθήκευσης και χειρισμών.
Η Rai μετέφερε τη θέση της εισαγγελίας ότι τα νεότερα γενετικά στοιχεία δεν μπορούσαν να αποδοθούν με αξιοποιήσιμο τρόπο. Η αδυναμία αυτή δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στο Ιντροσκάλο. Δεν επιβεβαιώνει, όμως, και την αντίθετη εκδοχή. Αφήνει ένα ερώτημα ανοιχτό, χωρίς να το μετατρέπει σε απάντηση. [12]
Οι αριθμοί που κυκλοφορούν χρειάζονται και ημερομηνία. Η Rai, τον Φεβρουάριο του 2015, μιλούσε για πέντε διαφορετικούς γενετικούς κώδικες και για αδυναμία ασφαλούς χρονικής τοποθέτησής τους. Το αίτημα του 2023 επικεντρωνόταν σε τρία DNA. Οι δύο αναφορές αφορούν διαφορετικά στάδια και διαφορετική παρουσίαση του υλικού· δεν είναι δύο καταμετρήσεις δολοφόνων. Η ποινική ευθύνη χρειάζεται σύνδεση ανάμεσα στο ίχνος, το πρόσωπο, τον χρόνο και την πράξη.[12][13]
Τα νέα αιτήματα και η υπόθεση των κλεμμένων ταινιών
Το 2023 κατατέθηκε αίτημα για νέες έρευνες και συγκρίσεις γενετικού υλικού. Στο υλικό των υποστηρικτών του περιλαμβάνονταν ισχυρισμοί σχετικοί με την κλοπή κινηματογραφικών αρνητικών και με το ενδεχόμενο να είχε παρασυρθεί ο Παζολίνι σε συνάντηση. Η υποβολή τους έδειχνε ποια κατεύθυνση ζητούσαν να ελεγχθεί οι αιτούντες. Δεν αποδείκνυε ότι αυτή ήταν η πραγματική διαδρομή προς τη δολοφονία. [13]
Το αίτημα εκείνο δεν έγινε δεκτό. Στις 26 Νοεμβρίου 2025 το ANSA κατέγραψε νέα κατάθεση αιτήματος στην εισαγγελία, με επίκληση πρόσθετου υλικού και αναλύσεων. Πρόκειται για νεότερη, χρονολογημένη ενέργεια που πρέπει να συνυπολογίζεται σε μια αναδρομή της υπόθεσης. Η κατάθεση δεν ταυτίζεται με απόφαση επανέναρξης ούτε με αποδοχή των συμπερασμάτων των αιτούντων. [14][15]
Γύρω από τον Παζολίνι έχουν αναπτυχθεί θεωρίες για πολιτικά κίνητρα, οικονομικά συμφέροντα και οργανωμένες ομάδες. Ορισμένες προέκυψαν από σοβαρή ερευνητική δουλειά, άλλες από πολύ πιο ελεύθερους συσχετισμούς. Η κοινή αναφορά τους στο ίδιο πρόσωπο δεν τις κάνει ισοδύναμες και δεν τις μετατρέπει σε ένα ενιαίο αποδεδειγμένο σχέδιο.
Ακόμη και το διάσημο «ξέρω, αλλά δεν έχω αποδείξεις» πρέπει να τοποθετείται σωστά: προέρχεται από πολιτικό άρθρο του Νοεμβρίου 1974, όχι από καταγγελία για τους μελλοντικούς δολοφόνους του. [16]
Οι κλεμμένες μπομπίνες έφτασαν και στο Κοινοβούλιο
Η διαδρομή των αρνητικών του «Σαλό» δεν έμεινε μόνο στα βιβλία και στις τηλεοπτικές εκπομπές. Το 2022, τμήμα της τελικής έκθεσης της ιταλικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής κατά της Μαφίας αφιερώθηκε στην κλοπή και στις πιθανές συνδέσεις της με τον φόνο. Εξετάστηκαν καταθέσεις και ερευνητικό υλικό γύρω από την υπόθεση ότι η προοπτική ανάκτησης της ταινίας χρησιμοποιήθηκε για να οδηγηθεί ο Παζολίνι στην Όστια.[28]
Η έκθεση διατύπωνε ισχυρές επικρίσεις για την παλαιά έρευνα. Το βάρος της είναι πραγματικό, όπως πραγματικά είναι και τα όριά της: πρόκειται για κοινοβουλευτική αποτίμηση, όχι για ποινική καταδίκη κάποιου από τους κατονομαζόμενους ή υπονοούμενους τρίτους. Η κλοπή ενός κινηματογραφικού υλικού, η ύπαρξη ενός σχεδίου εκβιασμού και η απόδειξη ότι το σχέδιο οδήγησε στη δολοφονία είναι τρία χωριστά ζητήματα. Το αίτημα μιας έρευνας είναι να βρει τη σύνδεσή τους, όχι να την προεξοφλήσει.
5 Νοεμβρίου: ο αποχαιρετισμός στη Ρώμη
Στις 5 Νοεμβρίου 1975, πριν η πομπή φτάσει στο Campo de’ Fiori, είχε προηγηθεί ο αποχαιρετισμός στην Casa della Cultura. Στην αρχειακή αναδρομή που διατηρεί το Centro Studi περιγράφεται η προσέλευση φίλων, κινηματογραφιστών και ανθρώπων της Αριστεράς. Ανάμεσά τους ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και οι αδελφοί Τσίτι. Μία από τις πιο προσωπικές χειρονομίες ήταν η τοποθέτηση της ποδοσφαιρικής φανέλας του Παζολίνι, με τον αριθμό έντεκα, πάνω στο φέρετρο από τον Σέρτζιο Τσίτι, όπως καταγράφει η ίδια αναδρομή.[22][29]

Στο Campo de’ Fiori, ο Αλμπέρτο Μοράβια μίλησε για τον ποιητή, τον μυθιστοριογράφο των ρωμαϊκών συνοικιών, τον σκηνοθέτη και τον δοκιμιογράφο. Το κέντρο της ομιλίας του ήταν η αξία ενός ανθρώπου που η κοινωνία είχε μόλις χάσει. Η ένταση της φωνής του έχει διασωθεί ως δημόσια στιγμή πένθους: οι συγκεντρωμένοι άκουγαν έναν φίλο να προσπαθεί να επαναφέρει το έργο στη θέση που είχε ήδη αρχίσει να καταλαμβάνει η περιέργεια για τον φόνο.[21]
Προς το τέλος, ο Μοράβια χρησιμοποίησε την εικόνα ενός Παζολίνι που τρέχει, κυνηγημένος από κάτι χωρίς πρόσωπο, για να μιλήσει για την ίδια την Ιταλία. Ήταν μια ηθική και πολιτική εικόνα, μέσα σε επικήδειο· ο ομιλητής δεν κατέθετε ως αυτόπτης μάρτυρας του Ιντροσκάλο. Αυτή η διαφορά επιτρέπει να ακουστεί ο λόγος του σε όλη του τη δύναμη, χωρίς να του αποδίδεται μια εγκληματολογική γνώση που δεν διεκδικούσε.[21]

6 Νοεμβρίου: η επιστροφή στην Καζάρσα
Την επόμενη ημέρα ο αποχαιρετισμός συνεχίστηκε στο Φρίουλι. Στην Καζάρσα, η σορός εκτέθηκε στην εκκλησία του San Rocco. Το χρονικό της 6ης Νοεμβρίου, που αναδημοσιεύεται στο αρχείο Città Pasolini, καταγράφει κατοίκους, εργάτες, φοιτητές και στρατιώτες να περνούν από μπροστά της. Στην είσοδο συγκεντρώνονταν υπογραφές για να ζητηθεί βαθύτερη έρευνα. Η απαίτηση για απαντήσεις υπήρχε ήδη στον ίδιο τον αποχαιρετισμό.[23]

Μετά τη σύντομη ακολουθία, κατά την οποία ο Ντάβιντε Μαρία Τουρόλντο διάβασε από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, η πομπή διέσχισε τον οικισμό. Το ίδιο χρονικό εκτιμούσε τη συμμετοχή σε τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδες ανθρώπους. Η μητέρα του, Σουζάνα, ακολουθούσε με αυτοκίνητο. Οι φωτογραφίες του Κλάουντιο Ερνέ διασώζουν αυτόν τον δεύτερο, διαφορετικό αποχαιρετισμό: μακριά από τη Ρώμη της δημόσιας αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε ανθρώπους του τόπου με τον οποίο ο Παζολίνι είχε συνδέσει τη γλώσσα και τις πρώτες του εργασίες.[23]

Ο τάφος που βλέπουμε σήμερα διαμορφώθηκε αργότερα
Η ταφή έγινε στο κοιμητήριο της Καζάρσα στις 6 Νοεμβρίου. Η σημερινή εικόνα του μνήματος, όμως, ανήκει και σε μια μεταγενέστερη οικογενειακή απώλεια. Η Σουζάνα πέθανε το 1981 και η κοινή διαμόρφωση των δύο γειτονικών τάφων οργανώθηκε από τον αρχιτέκτονα Τζίνο Βάλε. Οι σύγχρονες φωτογραφίες δείχνουν αυτή την κατοπινή μορφή. Δεν είναι εικόνες της ημέρας της ταφής, ούτε σημαίνουν ότι μητέρα και γιος κηδεύτηκαν μαζί.[22]

Το χαμηλό μνήμα και οι φυτεύσεις γύρω του διαφέρουν πολύ από τη θορυβώδη δημόσια ζωή του. Στην επιγραφή ο χρόνος συμπυκνώνεται σε ένα όνομα και δύο χρονολογίες. Στη διπλανή θέση βρίσκεται η γυναίκα στην οποία επέστρεφε διαρκώς μέσα από τη ζωή και το έργο του. Η απλότητα αυτού του χώρου εξηγεί γιατί οι φωτογραφίες του έχουν δική τους αφηγηματική αξία: μεταφέρουν την ιστορία από το πεδίο των θεωριών στη διάρκεια της απώλειας.
Ο Παζολίνι τάφηκε στην Καζάρσα, τον τόπο με τον οποίο συνδεόταν η οικογένεια και σημαντικό μέρος της πρώιμης διαδρομής του. Εκεί διατηρείται σήμερα και το κέντρο μελέτης του έργου του, στην Casa Colussi-Pasolini. Το αρχείο δεν αφορά μόνο τον θάνατο: περιλαμβάνει κείμενα, βιβλία, γλώσσα, κινηματογράφο, τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης ζωής. [18]
Στην Όστια, το μνημείο συγκεντρώνει αναγκαστικά το βλέμμα στο τέλος. Στην Καζάρσα, τα βιβλία και τα τεκμήρια ανοίγουν ξανά τον χρόνο προς τα πίσω. Αν δούμε μόνο την παραλία, κινδυνεύουμε να χάσουμε τον άνθρωπο που έφτασε εκεί. Αν δούμε μόνο τον δημιουργό, αφήνουμε αναπάντητα τα ερωτήματα για τον θάνατό του.
Η δυσκολία αυτής της ιστορίας βρίσκεται ακριβώς στην ανάγκη να κρατηθούν και τα δύο. Υπάρχει ένας καταδικασμένος δράστης. Υπάρχει μια αρχική απόφαση που δεχόταν αγνώστους συνεργούς και μια μεταγενέστερη που δεν τους δέχθηκε. Υπάρχουν ανασκευές, νέα αιτήματα και εξετάσεις που δεν έδωσαν οριστικές ταυτοποιήσεις. Ο χώρος ανάμεσα σε αυτά τα δεδομένα είναι πραγματικός. Δεν χρειάζεται να τον γεμίσουμε με βεβαιότητες για να παραμείνει συγκλονιστικός.

Το χρονολόγιο της υπόθεσης
| Χρόνος | Εξέλιξη |
|---|---|
| 01.11.1975 | Συνέντευξη στον Φούριο Κολόμπο. [4] |
| Νύχτα 1–2.11.1975 | Δολοφονία στο Ιντροσκάλο της Όστιας. Ο Πελόζι σταματά με το αυτοκίνητο του Παζολίνι. [1][2] |
| 5–6.11.1975 | Αποχαιρετισμός στη Ρώμη στις 5 Νοεμβρίου· κηδεία και ταφή στην Καζάρσα στις 6 Νοεμβρίου.[21][23] |
| 26.04.1976 | Καταδίκη Πελόζι με αναφορά σε συμμετοχή αγνώστων. [1] |
| 04.12.1976 | Η έφεση αποδίδει την ευθύνη στον Πελόζι ως μόνο δράστη. [1] |
| 26.04.1979 | Αναιρετική απόφαση· η καταδίκη παραμένει. [1] |
| 2005 | Δημόσια ανασκευή της αρχικής αφήγησης Πελόζι στη Rai. [3] |
| 25.05.2015 | Αρχειοθέτηση της νεότερης έρευνας. [11] |
| 2023 | Νέο αίτημα έρευνας, που δεν γίνεται δεκτό. [13][14] |
| 26.11.2025 | Κατάθεση νέου αιτήματος επανέναρξης, όπως καταγράφει το ANSA. [15] |
Ερωτήσεις για την υπόθεση
Πότε δολοφονήθηκε ο Παζολίνι;
Τη νύχτα της 1ης προς 2α Νοεμβρίου 1975. Το σώμα του βρέθηκε το πρωί της 2ας Νοεμβρίου στο Ιντροσκάλο της Όστιας. Ήταν 53 ετών. [1][2]
Ποιος καταδικάστηκε;
Ο Τζουζέπε «Πίνο» Πελόζι, δεκαεπτά ετών κατά τη δολοφονία. Η καταδίκη του διατηρήθηκε. Η μεταγενέστερη ανασκευή της αφήγησής του δεν αποτέλεσε αθώωση. [1][10]
Γιατί αναφέρονται άγνωστοι συνεργοί;
Η πρώτη απόφαση του 1976 δέχθηκε συμμετοχή αγνώστων. Η έφεση αφαίρεσε αυτό το σκέλος, αποδίδοντας την πράξη μόνο στον Πελόζι. Πρόκειται για πραγματική διαφορά δικαστικών κρίσεων, όχι για τελική ταυτοποίηση άλλων δραστών. [1][2]
Το DNA απέδειξε ότι υπήρχαν άλλοι δολοφόνοι;
Οι νεότερες εξετάσεις ανέδειξαν γενετικά ίχνη, αλλά δεν οδήγησαν σε αξιοποιήσιμη ταυτοποίηση νέων δραστών. Ένα ίχνος πάνω σε παλιό πειστήριο δεν αποδεικνύει από μόνο του συμμετοχή στη δολοφονία. [11][12]
Τι έγινε με το αίτημα του 2025;
Το ANSA κατέγραψε την κατάθεσή του στις 26 Νοεμβρίου 2025. Η πληροφορία αυτή δεν ισοδυναμεί με αποδοχή του αιτήματος ή των υποθέσεών του. Δεν αποδίδεται εδώ μη επαληθευμένη μεταγενέστερη έκβαση. [15]
Ήταν ο τίτλος «Είμαστε όλοι σε κίνδυνο» προειδοποίηση για τον φόνο;
Ήταν ο τίτλος της τελευταίας συνέντευξης στον Κολόμπο, μέσα σε συζήτηση για τη βία και την κοινωνία. Δεν αποτελεί απόδειξη ότι ο Παζολίνι γνώριζε συγκεκριμένο σχέδιο για τη δολοφονία του. [4]
Πηγές και τεκμηρίωση
- Centro Studi Pasolini — Τα δικαστικά έγγραφα της υπόθεσης Πελόζι, 1976–1979
- ANSA — Omicidio Pasolini, tanti dubbi dopo 40 anni, 25.3.2014
- Rai Cultura — Pier Paolo Pasolini, webdoc
- Furio Colombo — Siamo tutti in pericolo, 1.11.1975 / δημοσίευση 8.11.1975
- Rai Cultura — Pier Paolo Pasolini: Il centenario della nascita
- Gianni Borgna & Carlo Lucarelli — Delitto PPP, fatti e retroscena, Micromega 2005
- Roma Capitale, Turismo Roma — Pasolini’s locations
- Rai Cultura — Ucciso Pier Paolo Pasolini
- ANSA — Pelosi, due lo colpirono. Nuove tracce DNA, 1.12.2014
- RSI / ANSA — Pino Pelosi morto a Roma, 20.7.2017
- ANSA — Tribunale di Roma archivia l’indagine, 25.5.2015
- Rai News — Nuovi DNA non attribuibili, 2015
- ANSA — Riaprire le indagini, verifiche su tre DNA, 3.3.2023
- L’Unità — Η απόρριψη του αιτήματος νέας έρευνας, 24.11.2023
- ANSA — Nuova istanza per la riapertura dell’indagine, 26.11.2025
- Pier Paolo Pasolini — Io so, Corriere della Sera, 14.11.1974
- Rai Cultura — Pier Paolo Pasolini, φωτογραφικό αρχείο
- Centro Studi Pasolini — Casa Colussi-Pasolini
- Centro Studi — I giudici e la voce-contro di Nico Naldini, 9.5.2005
- Giustizia Insieme — Processo alla vittima
- Centro Studi — Orazione funebre di Moravia
- Centro Studi — Il cimitero di Casarsa
- Città Pasolini — Sepoltura 6 novembre 1975
- Centro Studi — Intervista francese 31 ottobre 1975
- Cineteca di Bologna — Salò
- Ordine Giornalisti Lazio — Nuova richiesta, 28 novembre 2025
- Rai News — Rigetto 24 novembre 2023
- Commissione parlamentare antimafia — Doc. XXIII n. 37, sezione XXII (2022)
- RaiPlay Sound — 5 novembre 1975: i funerali di Pier Paolo Pasolini
Τελευταίος έλεγχος: 21 Οκτωβρίου 2026. Η κατάθεση αιτήματος του 2025 διακρίνεται από αποδοχή του· δεν αποδίδεται μη επαληθευμένη μεταγενέστερη έκβαση.
Τελευταία ενημέρωση:
Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.
