Mark Twain

Ο Μαρκ Τουέιν, δημιουργός του Τομ Σόγιερ και του Χάκλμπερι Φιν: από τον Μισισιπή στη διεθνή φήμη, τις οικογενειακές απώλειες και το τέλος το 1910, μία ημέρα μετά το περιήλιο του κομήτη του Χάλεϊ.

Συγγραφείς και ποιητές

Mark Twain

1835 – 1910

Έφυγε στις 21 Απριλίου 1910 · Stormfield, Ρέντινγκ (Redding), Κονέκτικατ, ΗΠΑ · 74 ετών

Ο Μαρκ Τουέιν, δημιουργός του Τομ Σόγιερ και του Χάκλμπερι Φιν: από τον Μισισιπή στη διεθνή φήμη, τις οικογενειακές απώλειες και το τέλος το 1910, μία ημέρα μετά το περιήλιο του κομήτη του Χάλεϊ.

Πορτρέτο του Μαρκ Τουέιν με λευκά μαλλιά και μουστάκι, φωτογραφία του 1907
Φωτογραφία: Mark Twain

Αφιερώσεις

Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.

Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.

Αφιέρωση

Γράψε δυο λόγια για να θυμόμαστε. Η αφιέρωσή σου θα δημοσιευτεί μετά από έλεγχο.

Το μήνυμά σου θα δημοσιευτεί στη σελίδα μετά από έλεγχο. Θα εμφανίζεται μόνο το μικρό σου όνομα· το email και το επίθετό σου (αν το γράψεις) δεν εμφανίζονται πουθενά. Μην γράφεις προσωπικά στοιχεία μέσα στο μήνυμα. Αν τσεκάρεις την ενημέρωση, μπορείς να διαγραφείς όποτε θέλεις. Τα μηνύματα εκφράζουν τους συγγραφείς τους. Πολιτική απορρήτου.

Πορτρέτο του Μαρκ Τουέιν με λευκά μαλλιά και μουστάκι, φωτογραφία του 1907
Ο Μαρκ Τουέιν σε πορτρέτο του 1907.

Ο Μαρκ Τουέιν (Mark Twain) έδωσε στη λογοτεχνία δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα παιδιά της: τον Τομ Σόγιερ και τον Χάκλμπερι Φιν. Πριν γίνει ο διάσημος συγγραφέας με το λευκό κοστούμι, υπήρξε μαθητευόμενος τυπογράφος, πλοηγός στον Μισισιπή, αποτυχημένος αναζητητής πολύτιμων μετάλλων, δημοσιογράφος και αφηγητής που μπορούσε να κρατά μια αίθουσα κρεμασμένη από τις παύσεις του. Το χιούμορ του συνυπήρχε με μια όλο και πιο αιχμηρή ματιά απέναντι στη δουλεία, στην κοινωνική υποκρισία και στην κατάχρηση της εξουσίας.

Πίσω από τη διεθνή φήμη βρίσκονταν οικονομικές καταστροφές, οικογενειακές απώλειες και η επίμονη ανάγκη να ξαναρχίζει. Όταν πέθανε στις 21 Απριλίου 1910, σε ηλικία 74 ετών, ο κομήτης του Χάλεϊ είχε μόλις περάσει από το περιήλιό του. Η σύνδεση με τον κομήτη, που είχε επιστρέψει και τη χρονιά της γέννησής του, έγινε η τελευταία μεγάλη ιστορία γύρω από το όνομά του. Η ζωή που προηγήθηκε ήταν πολύ πιο σύνθετη από αυτόν τον εντυπωσιακό επίλογο.

Μαρκ Τουέιν: η γέννηση του Σάμιουελ Κλέμενς στο Μιζούρι

Ο μελλοντικός Μαρκ Τουέιν γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1835 στον μικρό οικισμό Φλόριντα του Μιζούρι, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς (Samuel Langhorne Clemens). Ήταν το έκτο από τα επτά παιδιά του Τζον Μάρσαλ Κλέμενς και της Τζέιν Λάμπτον Κλέμενς. Η οικογένεια γνώριζε οικονομικές δυσκολίες, παρά τις ελπίδες του πατέρα του για επιχειρηματική πρόοδο.

Το 1839 μετακινήθηκαν στο Χάνιμπαλ, μια μικρή πόλη στις όχθες του Μισισιπή. Εκεί διαμορφώθηκε ο κόσμος των παιδικών του αναμνήσεων: τα ατμόπλοια, οι αφίξεις ξένων, οι ιστορίες των κατοίκων, οι παρέες των αγοριών και οι αυστηρές απαιτήσεις της τοπικής κοινωνίας. Ο ποταμός λειτουργούσε συγχρόνως ως δρόμος επικοινωνίας και ως υπόσχεση ότι κάπου αλλού υπήρχε μια διαφορετική ζωή.

Το λευκό ξύλινο σπίτι των παιδικών χρόνων του Μαρκ Τουέιν στο Χάνιμπαλ του Μιζούρι
Το σπίτι των παιδικών του χρόνων στο Χάνιμπαλ.

Η μεταγενέστερη φήμη του έκανε το Χάνιμπαλ σχεδόν αχώριστο από τα βιβλία του. Η λογοτεχνική κωμόπολη Σεντ Πίτερσμπεργκ, το St. Petersburg του Τομ Σόγιερ, είναι εμπνευσμένη από αυτό το περιβάλλον. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για φωτογραφική αποτύπωση κάθε δρόμου και κατοίκου. Ο Τουέιν συνδύαζε τόπους, χαρακτήρες και περιστατικά, μεταμορφώνοντας την παιδική μνήμη σε έναν κόσμο με δική του αφηγηματική ζωή.

Το Χάνιμπαλ, η παιδική ελευθερία και η πραγματικότητα της δουλείας

Στις αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια υπάρχουν παιχνίδια, ψάρεμα, περιπλανήσεις και ιστορίες τρόμου. Υπάρχει όμως και η κοινωνική πραγματικότητα του Μιζούρι, μιας πολιτείας όπου η δουλεία ήταν νόμιμη. Ο νεαρός Κλέμενς μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που παρουσίαζε την υποδούλωση ανθρώπων ως αποδεκτή τάξη πραγμάτων. Η οικογένειά του επίσης συμμετείχε σε αυτό το σύστημα.

Η μεταγενέστερη κριτική του απέναντι στη δουλεία αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν συνδέεται με αυτή την αφετηρία. Δεν γεννήθηκε έξω από τις προκαταλήψεις της εποχής του. Τις άκουσε στο σπίτι, στον δρόμο και στις θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις του περιβάλλοντός του. Στη λογοτεχνία του θα επέστρεφε επανειλημμένα στο πρόβλημα μιας συνείδησης που έχει εκπαιδευτεί να θεωρεί σωστό κάτι βαθιά άδικο.

Γι’ αυτό και ο Μισισιπής των βιβλίων του δεν είναι μόνο σκηνικό ανεμελιάς. Οι όχθες του περιλαμβάνουν φτώχεια, εμπόριο, φόβο και ανθρώπους που στερούνται την ελευθερία τους. Η ίδια εικόνα μπορεί να επιτρέπει σε ένα λευκό παιδί να ονειρεύεται την περιπέτεια και σε έναν υποδουλωμένο άνθρωπο να αναζητά τη σωτηρία. Αυτή η άνιση κατανομή της ελευθερίας θα γίνει κεντρική στον Χάκλμπερι Φιν.

Η απώλεια του πατέρα και η μαθητεία στα τυπογραφεία

Ο νεαρός Σάμιουελ Κλέμενς κρατά τυπογραφικό συνθετήριο σε δαγκεροτυπία του 1850
Ο νεαρός Σάμιουελ Κλέμενς ως τυπογράφος, περίπου το 1850.

Ο πατέρας του πέθανε το 1847, όταν ο Σάμιουελ ήταν έντεκα ετών. Η ανάγκη για εισόδημα περιόρισε τη σχολική του εκπαίδευση και τον έφερε στη μαθητεία της τυπογραφίας. Αργότερα εργάστηκε στην εφημερίδα του μεγαλύτερου αδελφού του, του Όριον Κλέμενς, αναλαμβάνοντας στοιχειοθεσία και δοκιμάζοντας δικά του σύντομα κείμενα.

Η εφημερίδα τον έμαθε να αντιμετωπίζει τη γλώσσα και ως χειρωνακτική εργασία. Κάθε πρόταση έπρεπε να γίνει τυπογραφική σειρά, να διορθωθεί και να χωρέσει σε συγκεκριμένο χώρο. Παράλληλα, η επαφή με ειδήσεις, αναγνώστες και τοπικές αντιπαραθέσεις τού πρόσφερε υλικό για να παρατηρεί πώς παρουσιάζονται δημόσια οι άνθρωποι και πώς μεταβάλλεται μια ιστορία ανάλογα με εκείνον που την αφηγείται.

Το 1853 έφυγε από το Χάνιμπαλ και εργάστηκε ως τυπογράφος σε διαφορετικές πόλεις, ανάμεσά τους το Σεντ Λούις, η Νέα Υόρκη και η Φιλαδέλφεια. Η μόρφωσή του συνεχίστηκε μέσα από το διάβασμα και την εργασία, χωρίς πανεπιστημιακή φοίτηση. Η διαδρομή αυτή εξηγεί και την άνεσή του να κινείται ανάμεσα στον κόσμο των λογίων και στη γλώσσα των ανθρώπων που δεν είχαν πρόσβαση στην ίδια κοινωνική αναγνώριση.

Πλοηγός στον Μισισιπή: η δουλειά που του έδωσε το όνομά του

Το 1857, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Ορλεάνη, στράφηκε στη δουλειά του πλοηγού ατμόπλοιων. Μαθήτευσε δίπλα στον Χόρας Μπίξμπι και το 1859 απέκτησε την επαγγελματική του άδεια. Χρειαζόταν να μάθει ένα ποτάμι που άλλαζε: τα ρεύματα, τα αβαθή, τις καμπές και τα σημάδια στις όχθες. Η ασφαλής πλεύση απαιτούσε μνήμη και συνεχή παρατήρηση.

Η εμπειρία θα γινόταν αργότερα βασικό υλικό του Life on the Mississippi, που κυκλοφόρησε το 1883. Στις σελίδες του, η γοητεία του ποταμού συνυπάρχει με την τεχνική γνώση. Όσο καλύτερα μαθαίνει κανείς να «διαβάζει» το νερό, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται τους κινδύνους που κρύβει μια όμορφη εικόνα. Η ομορφιά αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν από την ερμηνεία της εξαρτώνται ανθρώπινες ζωές.

Το ψευδώνυμο «Mark Twain», που χρησιμοποίησε ως δημοσιογράφος το 1863, προέρχεται από τη γλώσσα της βυθομέτρησης: δύο οργιές, δηλαδή δώδεκα πόδια, περίπου 3,66 μέτρα. Έτσι, μια πρακτική ναυτική έκφραση έγινε το όνομα ενός συγγραφέα. Η σύνδεση με τον ποταμό διατηρήθηκε ακόμη και όταν η ζωή του μεταφέρθηκε σε αίθουσες διαλέξεων, ευρωπαϊκά ξενοδοχεία και μεγάλες κατοικίες.

Ο ποταμός συνδεόταν και με μια βαθιά προσωπική απώλεια. Ο μικρότερος αδελφός του, Χένρι, τραυματίστηκε στην έκρηξη του ατμόπλοιου Pennsylvania και πέθανε στις 21 Ιουνίου 1858. Ο Σάμιουελ είχε βοηθήσει να βρει εργασία εκεί. Η θλίψη και το αίσθημα προσωπικής ευθύνης θα τον ακολουθούσαν, πίσω από τις πιο εύθυμες αφηγήσεις της επαγγελματικής του μαθητείας.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η αναχώρηση προς τη Δύση

Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος διέκοψε το 1861 την πορεία του στην ποταμοπλοΐα. Για ένα σύντομο διάστημα συνδέθηκε με τους Marion Rangers, μια τοπική πολιτοφυλακή στο Μιζούρι που υποστήριζε τη Συνομοσπονδία. Η ομάδα διαλύθηκε γρήγορα. Η εμπειρία αυτή δεν ισοδυναμεί με πολυετή στρατιωτική υπηρεσία ή με σταθερή παρουσία σε μεγάλα μέτωπα.

Ακολούθησε τον αδελφό του Όριον στη Νεβάδα, όπου εκείνος είχε διοριστεί σε διοικητική θέση από την κυβέρνηση του Αβραάμ Λίνκολν. Το ταξίδι με άμαξα προς τη Δύση άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο. Ο Κλέμενς δοκίμασε την τύχη του στην αναζήτηση πολύτιμων μετάλλων, πιστεύοντας ότι μπορούσε να πλουτίσει γρήγορα. Η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.

Η μεταγενέστερη αφήγησή του για τη σύντομη στρατιωτική εμπειρία, The Private History of a Campaign That Failed, χρησιμοποιεί την αμηχανία και την αποδιοργάνωση για να αποδυναμώσει τη ρητορική του πολεμικού μεγαλείου. Η προσωπική του διαδρομή περιλάμβανε αντιφάσεις που δεν εξαφανίζονται επειδή αργότερα άσκησε ισχυρή κριτική στη βία και στην καταπίεση. Η αλλαγή των απόψεών του αποτελεί μέρος της βιογραφίας του.

Η Νεβάδα, οι εφημερίδες και η κατασκευή μιας συγγραφικής φωνής

Το 1862 εργάστηκε στην εφημερίδα Territorial Enterprise της Βιρτζίνια Σίτι. Η μεταλλευτική κοινωνία της Νεβάδας τού πρόσφερε μια σκηνή γεμάτη υπερβολές, οικονομικές προσδοκίες και αφηγήσεις επιτυχίας. Η δημοσιογραφική του εργασία περιλάμβανε πραγματικές ειδήσεις, σατιρικά κείμενα και επινοήσεις που δοκίμαζαν την ευπιστία του αναγνώστη.

Στο Roughing It (1872) επέστρεψε στα χρόνια της Δύσης, συνδυάζοντας αυτοβιογραφικό υλικό με κωμική υπερβολή. Οι αποτυχημένες προσπάθειες πλουτισμού, οι διαδρομές και οι απίθανοι χαρακτήρες γίνονται μέρος μιας αφήγησης μαθητείας. Η κωμική υπερβολή αποτελεί μέρος της αφηγηματικής μεθόδου: μια σκηνή μπορεί να αποδίδει το κλίμα μιας εμπειρίας, ενώ οι λεπτομέρειές της έχουν αναδιαμορφωθεί για να υπηρετήσουν την ιστορία.

Η υιοθέτηση του ονόματος Μαρκ Τουέιν το 1863 δεν ήταν απλώς μια αλλαγή υπογραφής. Διαμορφωνόταν μια αναγνωρίσιμη αφηγηματική παρουσία: ένας άνθρωπος που μιλούσε με φαινομενική απλότητα, μπορούσε να υπερβάλλει χωρίς να αλλάζει τόνο και συχνά άφηνε τον συνομιλητή του να εκτεθεί μέσα από τα ίδια του τα λόγια. Η σοβαροφάνεια γινόταν υλικό κωμωδίας.

Όταν μετακινήθηκε στην Καλιφόρνια, συνέχισε να γράφει για εφημερίδες και περιοδικά. Οι συναντήσεις με άλλους δημοσιογράφους και αφηγητές τού έδωσαν νέες δυνατότητες. Η προφορική παράδοση της Δύσης, με τις απίθανες ιστορίες και τους ατάραχους αφηγητές, πέρασε στα κείμενά του με προσεκτική επεξεργασία. Η εντύπωση της αυθόρμητης αφήγησης στηριζόταν στην επιλογή των λέξεων, στη σειρά των πληροφοριών και στον χρόνο της αποκάλυψης.

Ο βάτραχος που έκανε γνωστό τον Μαρκ Τουέιν

Στις 18 Νοεμβρίου 1865 η εφημερίδα Saturday Press της Νέας Υόρκης δημοσίευσε το Jim Smiley and His Jumping Frog. Η ιστορία απέκτησε μεγάλη κυκλοφορία και συνέβαλε αποφασιστικά στην αναγνώρισή του. Έγινε γνωστή με τον τίτλο The Celebrated Jumping Frog of Calaveras County, τον περίφημο βάτραχο της κομητείας Καλαβέρας.

Η πλοκή αξιοποιεί τον στοιχηματισμό, την εξαπάτηση και τη φαινομενική αφέλεια ενός αφηγητή που παρασύρεται σε μια ατελείωτη ιστορία. Το αστείο δεν βρίσκεται μόνο στην τελική ανατροπή. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης υποχρεώνεται να ακούσει, στην επιμονή στις λεπτομέρειες και στη διαφορά ανάμεσα στη σημασία που αποδίδουν οι άνθρωποι στα ίδια γεγονότα.

Το 1867 κυκλοφόρησε η συλλογή The Celebrated Jumping Frog of Calaveras County, and Other Sketches, το πρώτο βιβλίο του. Η διάκριση έχει σημασία: το The Innocents Abroad του 1869 ήταν η μεγάλη ταξιδιωτική και εμπορική επιτυχία που ακολούθησε, αλλά δεν ήταν η πρώτη του εμφάνιση σε βιβλίο. Η επαγγελματική του καθιέρωση προέκυψε σταδιακά από εφημερίδες, δημόσιες εμφανίσεις και εκδόσεις.

Από τη Χαβάη στην Ευρώπη και τη νυχτερινή Αθήνα

Το 1866 ταξίδεψε στη Χαβάη ως ανταποκριτής της Sacramento Union. Οι επιστολές του συνδύαζαν παρατήρηση, περιγραφή και χιούμορ. Μετά την επιστροφή του αξιοποίησε το ταξίδι σε δημόσιες διαλέξεις, ανακαλύπτοντας έναν ακόμη τρόπο να ζει από την αφήγηση. Η φωνή και η σκηνική παρουσία έγιναν εξίσου σημαντικές με το τυπωμένο κείμενο.

Το 1867 συμμετείχε στο ταξίδι του ατμόπλοιου Quaker City προς την Ευρώπη και τους Αγίους Τόπους. Οι ανταποκρίσεις αποτέλεσαν τη βάση του The Innocents Abroad (1869). Ο Τουέιν σατίριζε τόσο τις υπερβολές των ξεναγών όσο και την τάση των Αμερικανών ταξιδιωτών να μεταφέρουν παντού τις βεβαιότητές τους. Ο ταξιδιώτης μπορούσε να είναι ταυτόχρονα παρατηρητής και στόχος του αστείου.

Στο ταξίδι περιλαμβάνεται και η Αθήνα. Στο βιβλίο του αφηγείται ότι, ενώ οι επιβάτες περιορίζονταν από υγειονομική καραντίνα, εκείνος και σύντροφοί του βγήκαν κρυφά στην ξηρά και έφτασαν νύχτα στην Ακρόπολη. Η σκηνή συνδυάζει πραγματικό ταξιδιωτικό υπόβαθρο με τη δραματοποίηση που χαρακτηρίζει τη γραφή του. Η αρχαία πόλη εμφανίζεται ως τόπος θαυμασμού, αλλά και ως δοκιμασία των έτοιμων εικόνων που κουβαλά ένας επισκέπτης.

Η Ολίβια Λάνγκντον και η αρχή της οικογενειακής ζωής

Πορτρέτο της Ολίβιας Λάνγκντον, μελλοντικής συζύγου του Μαρκ Τουέιν, το 1869
Η Ολίβια Λάνγκντον το 1869, έναν χρόνο πριν από τον γάμο τους.

Στο ταξίδι του Quaker City γνώρισε τον Τσαρλς Λάνγκντον, αδελφό της Ολίβια Λάνγκντον. Μέσα από αυτή τη γνωριμία ήρθε σε επαφή με την οικογένεια της μελλοντικής συζύγου του στην Ελμάιρα της Νέας Υόρκης. Παντρεύτηκαν στις 2 Φεβρουαρίου 1870. Εκείνος ήταν 34 ετών και εκείνη 24.

Η Ολίβια, γνωστή ως Λίβι, προερχόταν από εύπορο και μορφωμένο περιβάλλον με ισχυρές θρησκευτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις. Η σχέση τους δεν εξαντλείται στην εικόνα μιας ήρεμης γυναίκας δίπλα σε έναν εκρηκτικό συγγραφέα. Διάβαζε τα κείμενά του, συζητούσε μαζί του επιλογές και διατυπώσεις και συμμετείχε στη διαμόρφωση της καθημερινότητας που επέτρεπε τη συγγραφική εργασία.

Η οικογενειακή ζωή άρχισε στο Μπάφαλο, όπου ο Τουέιν είχε αποκτήσει συμμετοχή στην εφημερίδα Buffalo Express. Ακολούθησε η μετακόμιση στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ το 1871. Ο δεσμός με την Ελμάιρα παρέμεινε σταθερός μέσα από την οικογένεια της Ολίβιας και τις θερινές διαμονές στο Quarry Farm. Η πόλη θα γινόταν τελικά και ο τόπος της ταφής τους.

Τα τέσσερα παιδιά και το σπίτι στο Χάρτφορντ

Ο Σάμιουελ και η Ολίβια απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Λάνγκντον και τις Σούζι, Κλάρα και Τζιν. Ο γιος τους πέθανε από διφθερίτιδα το 1872, σε ηλικία περίπου ενάμιση έτους. Η απώλεια ήρθε πολύ νωρίς στον γάμο τους και άφησε έντονο αποτύπωμα στον πατέρα, ο οποίος συνέδεε τη θλίψη με αυτοκατηγορίες.

Το 1874 εγκαταστάθηκαν στο εντυπωσιακό σπίτι που είχαν ανεγείρει στο Χάρτφορντ. Εκεί μεγάλωσαν οι κόρες τους και γράφτηκε σημαντικό μέρος του έργου του. Η κατοικία εξέφραζε την επαγγελματική επιτυχία, αλλά απαιτούσε χρήματα, προσωπικό και συνεχή φροντίδα. Ο άνθρωπος που σατίριζε την επίδειξη μπορούσε ταυτόχρονα να απολαμβάνει τις ανέσεις και την κοινωνική αναγνώριση που αυτή προσέφερε.

Εξωτερική όψη του σπιτιού του Μαρκ Τουέιν στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ
Το σπίτι στο Χάρτφορντ, όπου η οικογένεια εγκαταστάθηκε το 1874.

Σημαντική θέση στη λογοτεχνική του ζωή είχε ο συγγραφέας και κριτικός Ουίλιαμ Ντιν Χάουελς. Η φιλία και οι συζητήσεις τους πρόσφεραν έναν χώρο επαγγελματικής ανταλλαγής, διαφορετικό από την άμεση αντίδραση του κοινού σε μια διάλεξη. Η επιτυχία του Τουέιν στηριζόταν στη δική του φωνή, αλλά αναπτύχθηκε μέσα σε εκδοτικές σχέσεις, αλληλογραφία και αναγνώστες των οποίων την κρίση υπολόγιζε.

Οι αφηγήσεις των παιδιών αποκαλύπτουν έναν πατέρα διαφορετικό από τον δημόσιο ομιλητή. Υπήρχαν οικογενειακά παιχνίδια, ιστορίες και μικρές θεατρικές παραστάσεις. Η Σούζι άρχισε στα δεκατρία της να γράφει μια βιογραφία του. Ο Τουέιν χρησιμοποίησε αργότερα τμήματά της στην αυτοβιογραφική του εργασία, αφήνοντας να ακουστεί και η παιδική ματιά πάνω στον διάσημο πατέρα.

Η Ολίβια Κλέμενς μαζί με τις κόρες της Κλάρα, Τζιν και Σούζι
Η Ολίβια με τις τρεις κόρες της, τη δεκαετία του 1880.

Στην ανατροφή των κοριτσιών συμμετείχαν η μητέρα τους, δάσκαλοι και παιδαγωγοί. Η εκμάθηση γλωσσών και μουσικής αποτελούσε μέρος της εκπαίδευσής τους. Η οικογένεια ήταν εργαστήριο αφηγήσεων, με διαφορετικούς ανθρώπους να καταγράφουν τα ίδια γεγονότα από διαφορετικές θέσεις. Αυτά τα τεκμήρια επιτρέπουν να δούμε και τις φροντίδες και τις εντάσεις που η δημόσια εικόνα ενός επιτυχημένου σπιτιού μπορεί να κρύβει.

Το Quarry Farm και το μικρό οκταγωνικό γραφείο

Τα καλοκαίρια στην Quarry Farm, κοντά στην Ελμάιρα, πρόσφεραν στον Τουέιν χώρο για συγκεντρωμένη εργασία. Το αγρόκτημα ανήκε στην αδελφή της Ολίβιας, Σούζαν Κρέιν, και στον σύζυγό της. Το 1874 η Σούζαν τού πρόσφερε ένα μικρό οκταγωνικό γραφείο, χωρισμένο από την κύρια κατοικία, όπου μπορούσε να γράφει με σχετική ησυχία.

Το οκταγωνικό γραφείο του Μαρκ Τουέιν στη σημερινή του θέση στο Elmira College
Το οκταγωνικό γραφείο, στη σημερινή του θέση στην πανεπιστημιούπολη της Ελμάιρα.

Η εικόνα αυτού του μικρού κτίσματος βοηθά να κατανοήσουμε κάτι που η φήμη του αυτοσχεδιαστή συχνά αποκρύπτει: τα βιβλία απαιτούσαν ώρες απομόνωσης, επιστροφές στο ίδιο χειρόγραφο και μεγάλα διαστήματα επώασης. Ο συγγραφέας μπορούσε να διασκεδάζει ένα κοινό, αλλά χρειαζόταν και να αποσύρεται από αυτό. Η αφήγηση που ακούγεται εύκολη συχνά έχει προηγουμένως γραφτεί δύσκολα.

Το γραφείο μεταφέρθηκε το 1952 στον χώρο του Elmira College. Η Quarry Farm και το κτίσμα αποτελούν σήμερα βασικούς τόπους διατήρησης της μνήμης και μελέτης του έργου του. Το μικρό κτίσμα διατηρεί την ιδιαίτερη θέση του στη βιογραφία του: ήταν ένας χώρος απομόνωσης και εργασίας, συνδεδεμένος με τα καλοκαίρια της οικογενειακής ζωής στην Ελμάιρα.

Ο Τομ Σόγιερ και η τέχνη να μετατρέπεις την αγγαρεία σε επιθυμία

Το μπλε διακοσμημένο εξώφυλλο της έκδοσης του Τομ Σόγιερ του 1876
Το εξώφυλλο του Τομ Σόγιερ, στην έκδοση του 1876.

Οι Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ κυκλοφόρησαν το 1876. Ο Τομ ζει με τη θεία Πόλι, αποφεύγει υποχρεώσεις, ερωτεύεται την Μπέκι Θάτσερ και αναζητά περιπέτειες με τους φίλους του. Η ιστορία περιλαμβάνει παιχνίδι και χιούμορ, αλλά και φόβο, απειλή, ένα έγκλημα και τις συνέπειες της σιωπής.

Η περίφημη σκηνή με το ασβέστωμα του φράχτη δείχνει με μικρή έκταση μια σύνθετη κοινωνική παρατήρηση. Ο Τομ παρουσιάζει την εργασία που του επιβλήθηκε ως προνόμιο, ώσπου άλλα παιδιά θέλουν να την κάνουν στη θέση του. Δεν αλλάζει η ίδια η δραστηριότητα· αλλάζει η αξία που της αποδίδεται. Η σκηνή μπορεί να διαβαστεί ως κωμικό μάθημα για την επιθυμία, το κύρος και την πειθώ.

Ο Τουέιν αποτυπώνει επίσης τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά δανείζονται έτοιμα σχήματα από τα αναγνώσματά τους. Παίζουν τους πειρατές και τους ληστές ακολουθώντας κανόνες που θεωρούν απαραίτητους επειδή τους έχουν συναντήσει σε βιβλία. Η φαντασία τούς ελευθερώνει, αλλά συγχρόνως τους κάνει να μιμούνται. Αυτή η σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και στις ιστορίες που έχουν προηγηθεί θα αποκτήσει πιο ανησυχητικές διαστάσεις στον Χάκλμπερι Φιν.

Ο Χάκλμπερι Φιν και η συνείδηση απέναντι στην αδικία

Το πράσινο εξώφυλλο της αμερικανικής έκδοσης του Χάκλμπερι Φιν του 1885
Το εξώφυλλο της αμερικανικής έκδοσης του Χάκλμπερι Φιν, το 1885.

Οι Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν εκδόθηκαν στη Βρετανία το 1884 και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1885. Ο Χακ, ήδη γνωστός από τον Τομ Σόγιερ, γίνεται ο αφηγητής της δικής του ιστορίας. Συναντά τον Τζιμ, έναν υποδουλωμένο άνθρωπο που έχει φύγει για να αποφύγει την πώλησή του, και ταξιδεύουν στον Μισισιπή.

Ο Χακ προσπαθεί να ξεφύγει από τη βία του πατέρα του και από μια κοινωνία που θέλει να τον «διορθώσει». Ο Τζιμ κινδυνεύει να χάσει την ίδια του την ελευθερία. Το κοινό ταξίδι δεν εξαφανίζει αυτή τη διαφορά. Η σχεδία τούς προσφέρει πρόσκαιρη απόσταση από τις απαιτήσεις της στεριάς, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει τους νόμους, τις προκαταλήψεις και τα δίκτυα εκμετάλλευσης που τους περιβάλλουν.

Η μεγάλη ηθική ένταση του βιβλίου βρίσκεται στην εκπαίδευση της συνείδησης του Χακ. Έχει μάθει να θεωρεί αμαρτία τη βοήθεια προς έναν φυγάδα σκλάβο. Όταν επιλέγει να προστατεύσει τον Τζιμ, αισθάνεται ότι κάνει το κακό. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η ανθρώπινη αλληλεγγύη μπορεί να απαιτεί την απόρριψη μιας «σωστής» συμπεριφοράς που η κοινωνία έχει θεμελιώσει στην αδικία.

Η αφηγηματική φωνή είναι εξίσου καθοριστική με το θέμα. Ο Χακ δεν μιλά σαν καθηγητής που εξηγεί ένα ηθικό δίδαγμα. Παρατηρεί, παρεξηγεί και καταλαβαίνει αποσπασματικά. Ο αναγνώστης χρειάζεται να διακρίνει περισσότερα από όσα ο αφηγητής μπορεί να ονομάσει. Μέσα από αυτή τη διαφορά προκύπτει μεγάλο μέρος της ειρωνείας και της συγκίνησης του μυθιστορήματος.

Γιατί ο Χάκλμπερι Φιν εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις

Το βιβλίο προκάλεσε αντιδράσεις από την πρώτη περίοδο της κυκλοφορίας του. Το 1885 απομακρύνθηκε από τη δημόσια βιβλιοθήκη του Κόνκορντ, με επικρίσεις για το ύφος και την υποτιθέμενη χυδαιότητά του. Μεταγενέστερα, η συζήτηση επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στη ρατσιστική γλώσσα και στην αναπαράσταση του Τζιμ.

Η ιστορική τοποθέτηση του έργου είναι απαραίτητη, αλλά δεν καταργεί την εμπειρία του σημερινού αναγνώστη. Οι προσβλητικές λέξεις παραμένουν οδυνηρές, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται σε μια αφήγηση που εκθέτει τη δουλεία και την κοινωνική υποκρισία. Εξίσου ανοιχτό παραμένει το ερώτημα αν όλες οι αφηγηματικές επιλογές επιτρέπουν στον Τζιμ την αυτονομία που η ανθρωπιά του απαιτεί.

Η επιστροφή του Τομ προς το τέλος, με την επιμονή του να οργανώνει μια περιπέτεια σύμφωνα με λογοτεχνικά πρότυπα, μπορεί να διαβαστεί ως κριτική της ανευθυνότητας της φαντασίας όταν οι συνέπειες επιβαρύνουν κάποιον άλλο. Μπορεί όμως και να προβληματίσει για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η αφήγηση μεταχειρίζεται τον Τζιμ. Η αντοχή του βιβλίου φαίνεται και στο ότι εξακολουθεί να γεννά σοβαρές, ασύμφωνες αναγνώσεις.

Ο πρίγκιπας, ο Γιάνκης και οι διαφορετικές μορφές της εξουσίας

Ο Πρίγκιπας και ο φτωχός, με πρώτη βρετανική έκδοση το 1881 και αμερικανική το 1882, μεταφέρει τη δράση στην Αγγλία των Τυδώρ. Δύο αγόρια με εντυπωσιακή ομοιότητα ανταλλάσσουν θέσεις. Η αλλαγή των ρούχων και του περιβάλλοντος αποκαλύπτει πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζεται ο ίδιος άνθρωπος ανάλογα με την κοινωνική ταυτότητα που του αποδίδεται.

Στο Ένας Γιάνκης στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου (1889), ένας Αμερικανός μεταφέρεται στη μεσαιωνική Αγγλία και προσπαθεί να επιβάλει τις γνώσεις και τις τεχνικές της εποχής του. Η σύγκρουση παράγει κωμωδία, αλλά και μια όλο και πιο ανησυχητική σκέψη για την τεχνολογική ισχύ. Η γνώση δεν εγγυάται ότι εκείνος που την κατέχει θα τη χρησιμοποιήσει με ανθρωπιά.

Στο Pudd’nhead Wilson (1894), η ανταλλαγή δύο βρεφών επιτρέπει στον Τουέιν να εξετάσει τους φυλετικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς από άλλη κατεύθυνση. Η ταυτότητα, το δίκαιο και η καταγωγή γίνονται μέρη μιας ιστορίας στην οποία η κοινωνική βεβαιότητα αποδεικνύεται εύθραυστη. Πίσω από τις διαφορετικές εποχές και πλοκές επανέρχεται η απορία του: με ποια κριτήρια αποφασίζει μια κοινωνία ποιος αξίζει προστασία, ελευθερία ή σεβασμό;

Η «Επίχρυση Εποχή» και η σάτιρα του εύκολου πλουτισμού

Το 1873 ο Τουέιν και ο Τσαρλς Ντάντλι Γουόρνερ εξέδωσαν το μυθιστόρημα The Gilded Age: A Tale of Today. Ο τίτλος του συνδέθηκε αργότερα με ολόκληρη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας. Η ιδέα του επίχρυσου παραπέμπει σε μια λαμπερή επιφάνεια που μπορεί να καλύπτει υλικό πολύ λιγότερο πολύτιμο.

Το βιβλίο στρέφεται προς την κερδοσκοπία, τις πολιτικές συναλλαγές και τις υποσχέσεις γρήγορου πλουτισμού. Η αισιοδοξία των επιχειρηματικών σχεδίων συναντά την ικανότητα των ανθρώπων να πιστεύουν όσα επιθυμούν. Ο Τουέιν γνώριζε τη δύναμη αυτής της επιθυμίας από τη μεταλλευτική Δύση, αλλά και από τις αποτυχημένες προσδοκίες της δικής του οικογένειας.

Η σάτιρα γίνεται πιο ενδιαφέρουσα επειδή ο συγγραφέας της δεν έμεινε απρόσβλητος από τα αντικείμενά της. Θα επένδυε επανειλημμένα σε σχέδια που υπόσχονταν μεγάλη απόδοση. Μπορούσε να αναγνωρίζει την αυταπάτη στη συμπεριφορά των άλλων και να μην την αναγνωρίζει εγκαίρως στη δική του. Η αντίφαση αυτή συνδέει το έργο με μια πολύ ανθρώπινη αδυναμία, χωρίς να μετατρέπει κάθε ήρωα σε αυτοβιογραφικό αντίγραφο.

Ο εκδότης του Γκραντ και η επιθυμία να ελέγχει τα βιβλία του

Ο Τουέιν δεν αρκέστηκε στη συγγραφή. Δημιούργησε με τον Τσαρλς Γουέμπστερ την εκδοτική εταιρεία Charles L. Webster & Company, επιδιώκοντας μεγαλύτερο έλεγχο στην έκδοση και στα έσοδα. Σημαντικό εγχείρημα υπήρξε η αμερικανική έκδοση του Χάκλμπερι Φιν. Ακόμη πιο εντυπωσιακή οικονομική επιτυχία ήταν τα απομνημονεύματα του πρώην προέδρου Οδυσσέα Σ. Γκραντ.

Ο Γκραντ έγραφε ενώ ήταν βαριά άρρωστος, προσπαθώντας να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένειά του. Η έκδοση των Personal Memoirs of U. S. Grant γνώρισε τεράστια επιτυχία και απέφερε σημαντικά δικαιώματα στη χήρα του. Το επεισόδιο δείχνει ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τουέιν δεν ήταν όλες αποτυχίες ούτε μπορούν να περιγραφούν μόνο ως συλλογή παράλογων επενδύσεων.

Η εκδοτική εργασία, ωστόσο, απαιτούσε διαφορετική κρίση από τη συγγραφική. Η επιτυχία ενός τίτλου δεν εξασφάλιζε τη βιωσιμότητα ολόκληρης της επιχείρησης. Οι αποφάσεις για νέες εκδόσεις, ο δανεισμός και οι οικονομικές υποχρεώσεις μπορούσαν να ανατρέψουν γρήγορα την εικόνα. Ο συγγραφέας που ήθελε να απελευθερωθεί από τους εκδότες βρέθηκε αντιμέτωπος με τα προβλήματα ενός εκδότη.

Ο ενθουσιασμός για τις εφευρέσεις και η μηχανή του Πέιτζ

Ο Τουέιν ενδιαφερόταν έντονα για την τεχνολογία και κατοχύρωσε δικές του εφευρέσεις, ανάμεσά τους ένα λεύκωμα με αυτοκόλλητες επιφάνειες. Η τυπογραφική του μαθητεία τον έκανε ιδιαίτερα δεκτικό στην ιδέα ότι μια νέα μηχανή μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο παραγωγής του γραπτού λόγου. Η περιέργεια αυτή ήταν δημιουργική, αλλά δεν συνοδευόταν πάντοτε από ανάλογη επενδυτική σύνεση.

Η πιο καταστροφική δέσμευση ήταν η χρηματοδότηση της στοιχειοθετικής μηχανής του Τζέιμς Πέιτζ, του Paige Compositor. Ο μηχανισμός ήταν εντυπωσιακός και πολύπλοκος. Οι συνεχείς καθυστερήσεις, το κόστος ανάπτυξης και ο ανταγωνισμός άλλων συστημάτων, ιδιαίτερα της Linotype, υπονόμευσαν την προοπτική εμπορικής επιτυχίας. Ο Τουέιν συνέχισε να επενδύει χρήματα που δύσκολα μπορούσε να διαθέσει.

Ιστορική εικόνα της αυτόματης στοιχειοθετικής μηχανής Paige Compositor
Η στοιχειοθετική μηχανή Πέιτζ, στην οποία επένδυσε μεγάλα ποσά.

Η γνωστή φωτογραφία του στο εργαστήριο του Νίκολα Τέσλα, το 1894, αποτυπώνει μια διαφορετική πλευρά της ίδιας έλξης προς την επιστημονική καινοτομία. Ο συγγραφέας παρακολουθούσε με ενθουσιασμό νέες εφαρμογές του ηλεκτρισμού. Η εμπειρία της αποτυχημένης μηχανής δεν τον μετέτρεψε απλώς σε εχθρό της προόδου. Η σχέση του με την τεχνολογία παρέμεινε μείγμα θαυμασμού, προσδοκίας και ανησυχίας για τις συνέπειες της δύναμής της.

Ο Μαρκ Τουέιν κρατά πειραματική ηλεκτρική λυχνία στο εργαστήριο του Νίκολα Τέσλα το 1894
Ο Τουέιν στο εργαστήριο του Νίκολα Τέσλα, το 1894.

Η οικονομική κατάρρευση και η περιοδεία γύρω από τον κόσμο

Το 1891 η οικογένεια έφυγε για την Ευρώπη, αναζητώντας μικρότερο κόστος ζωής και καλύτερες συνθήκες για την υγεία της Ολίβιας. Οι δυσκολίες επιδεινώθηκαν και το 1894 η εκδοτική εταιρεία πτώχευσε. Οι ζημιές από τη μηχανή του Πέιτζ είχαν ήδη αποδυναμώσει σοβαρά τα οικονομικά του. Η διασημότητα δεν τον προστάτευσε από την ανάγκη να αναζητήσει νέο εισόδημα.

Με τη βοήθεια του επιχειρηματία Χένρι Χάτλστον Ρότζερς οργάνωσε την οικονομική του ανάκαμψη. Το 1895–1896 πραγματοποίησε μια μεγάλη διεθνή περιοδεία διαλέξεων, με σταθμούς στη Βόρεια Αμερική, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στην Ινδία και στη νότια Αφρική. Τον συνόδευαν η Ολίβια και η Κλάρα, ενώ οι άλλες κόρες παρέμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι εμφανίσεις ήταν σκληρή επαγγελματική δουλειά για έναν άνθρωπο γύρω στα εξήντα. Η επιτυχία τους συνέβαλε στην αποπληρωμή των χρεών, που ολοκληρώθηκε το 1898. Το ταξίδι τροφοδότησε και το Following the Equator (1897). Πίσω από την ευθυμία του ομιλητή υπήρχε η πρακτική ανάγκη να αποκαταστήσει την οικονομική του θέση και την εμπιστοσύνη προς το όνομά του.

Η Σούζι, η Ολίβια και η Τζιν: οι απώλειες των τελευταίων χρόνων

Στις 18 Αυγούστου 1896 η Σούζι πέθανε από μηνιγγίτιδα στο σπίτι του Χάρτφορντ, σε ηλικία 24 ετών. Οι γονείς της βρίσκονταν στην Αγγλία. Η είδηση διέλυσε τη χαρά της επιστροφής από την περιοδεία. Η οικογένεια δεν εγκαταστάθηκε ξανά στο σπίτι που είχε συνδεθεί τόσο έντονα με την κοινή τους ζωή.

Η υγεία της Ολίβιας επιδεινωνόταν και η οικογένεια συνέχισε τις μετακινήσεις αναζητώντας κατάλληλο περιβάλλον. Η Λίβι πέθανε στις 5 Ιουνίου 1904, κοντά στη Φλωρεντία. Ο γάμος τους είχε διαρκέσει περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Η απώλειά της στέρησε από τον Τουέιν σύντροφο, αναγνώστρια και ένα βασικό στήριγμα της καθημερινότητάς του.

Η μικρότερη κόρη, Τζιν, ζούσε με επιληψία και αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες υγείας. Πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου 1909, σε ηλικία 29 ετών. Το κείμενο που έγραψε ο πατέρας της για εκείνη διατηρεί την αμεσότητα του πρόσφατου πένθους. Από τα τέσσερα παιδιά, μόνο η Κλάρα επέζησε του πατέρα της. Έζησε έως το 1962, διατηρώντας και μεταδίδοντας σημαντικό μέρος της οικογενειακής μνήμης.

Ο σατιρικός συγγραφέας απέναντι στον ιμπεριαλισμό

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Τουέιν άσκησε δημόσια κριτική στην αποικιοκρατία και στην αμερικανική επέκταση, ιδιαίτερα στις Φιλιππίνες. Συνδέθηκε με την Αντιιμπεριαλιστική Ένωση και αξιοποίησε τη φήμη του για να αμφισβητήσει την ιδέα ότι η στρατιωτική και οικονομική επιβολή μπορούσε να παρουσιάζεται αυτόματα ως προσφορά πολιτισμού.

Στο To the Person Sitting in Darkness (1901) χρησιμοποίησε τη σάτιρα για να εκθέσει τη διαφορά ανάμεσα στη γλώσσα της ηθικής αποστολής και στην πραγματικότητα της εκμετάλλευσης. Στο King Leopold’s Soliloquy (1905) στράφηκε εναντίον του καθεστώτος του Λεοπόλδου Β΄ στο Κονγκό. Η πολιτική του γραφή μπορούσε να είναι πολύ πιο άμεση από τα μυθιστορήματα.

Η πορεία αυτή δεν επιτρέπει να του αποδώσουμε απόλυτη συνέπεια σε κάθε στάδιο και σε κάθε θέμα. Παλαιότερα κείμενά του περιλαμβάνουν στερεότυπα και περιορισμούς που χρειάζονται ιστορική και κριτική ανάγνωση. Η αξία της μεταγενέστερης παρέμβασης βρίσκεται και στην ικανότητά του να αναθεωρεί, να συγκρούεται με την κοινή γνώμη και να χρησιμοποιεί το χιούμορ για ζητήματα που δεν είχαν τίποτε το αστείο για τα θύματά τους.

Ο διάσημος άνδρας με το λευκό κοστούμι

Στα τελευταία του χρόνια η εικόνα του Τουέιν έγινε σχεδόν αυτόνομο σύμβολο: λευκά μαλλιά, χαρακτηριστικό μουστάκι, λευκό κοστούμι και ένας τρόπος ομιλίας που οι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν συνεχώς να αποτυπώσουν. Η εμφάνιση συμμετείχε στη δημόσια παρουσία του, χωρίς να αποτελεί σταθερή ενδυματολογική συνήθεια ολόκληρης της ζωής του.

Το 1907 έλαβε τιμητικό διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο πρώην μαθητευόμενος τυπογράφος αναγνωριζόταν από ένα από τα πιο ιστορικά πανεπιστήμια της Ευρώπης. Η υποδοχή επιβεβαίωνε ότι η φωνή του είχε ξεπεράσει τα όρια της αμερικανικής επικαιρότητας και είχε αποκτήσει διεθνές λογοτεχνικό κύρος.

Παράλληλα, ενδιαφερόταν έντονα για τα πνευματικά δικαιώματα και για την προστασία της εργασίας των συγγραφέων. Γνώριζε από προσωπική εμπειρία ότι η εμπορική επιτυχία ενός βιβλίου δεν σήμαινε πως ο δημιουργός του έλεγχε την αναπαραγωγή και τα έσοδά του. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων συνδεόταν και με τη μέριμνα για την οικογένεια που θα άφηνε πίσω του.

Πίστη, αμφιβολία και έργα πέρα από την εύθυμη εικόνα

Η σχέση του Τουέιν με τη θρησκεία υπήρξε σύνθετη. Μεγάλωσε σε χριστιανικό περιβάλλον, γνώριζε τη Βίβλο και διατήρησε στενή φιλία με τον πάστορα Τζόζεφ Τουίτσελ. Ταυτόχρονα αμφισβητούσε τη θρησκευτική υποκρισία, τις εύκολες εξηγήσεις του ανθρώπινου πόνου και τη χρήση της πίστης για την υπεράσπιση της καταπίεσης.

Δεν έγραφε όλα του τα βιβλία με τον ίδιο τόνο. Το Personal Recollections of Joan of Arc (1896) δείχνει το ενδιαφέρον του για την Ιωάννα της Λωρραίνης και για έναν ηρωισμό διαφορετικό από τις κωμικές περιπέτειες των πιο γνωστών ηρώων του. Η προσωπική του εκτίμηση για αυτό το έργο δεν ταυτίζεται με την ιεράρχηση που διαμόρφωσαν οι περισσότεροι μεταγενέστεροι αναγνώστες.

Στα ύστερα κείμενα η δυσπιστία απέναντι στην ανθρώπινη αυτοεικόνα γίνεται συχνά πιο σκοτεινή. Χρειάζεται όμως να διακρίνουμε όσα εξέδωσε από όσα δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του. Η έκδοση του The Mysterious Stranger το 1916 προέκυψε με εκτεταμένες συντακτικές επεμβάσεις και συνδυασμό διαφορετικών χειρογράφων. Δεν αποτελεί ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα που ο Τουέιν παρέδωσε ο ίδιος σε αυτή τη μορφή.

Η αυτοβιογραφία που συνέχισε να αλλάζει μετά τον θάνατό του

Ο Τουέιν εργάστηκε επί χρόνια σε αυτοβιογραφικά κείμενα και υπαγορεύσεις, χωρίς να ακολουθεί πάντοτε μια αυστηρή χρονολογική σειρά. Μπορούσε να περνά από μια πρόσφατη είδηση σε ένα παιδικό περιστατικό και από εκεί σε μια οικογενειακή ανάμνηση. Η μορφή τού επέτρεπε να ακολουθεί τη σύνδεση των σκέψεων, αντί να παρουσιάζει τη ζωή ως αδιάκοπη και τακτοποιημένη διαδρομή.

Η επιθυμία να μετατεθεί η έκδοση σημαντικού υλικού μετά τον θάνατό του συνδεόταν με μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος περίμενε έως το 2010 για να διαβάσει οποιοδήποτε αυτοβιογραφικό του κείμενο. Αποσπάσματα είχαν δημοσιευτεί όσο ζούσε και μεταθανάτιες επιλογές κυκλοφόρησαν νωρίτερα.

Η πλήρης, επιστημονικά επιμελημένη έκδοση του Mark Twain Project αναπτύχθηκε σε τρεις τόμους, το 2010, το 2013 και το 2015. Η εργασία στα χειρόγραφα και στις υπαγορεύσεις αποκατέστησε υλικό και συμφραζόμενα. Η διαφορά ανάμεσα σε ανάμνηση, αφήγηση και εξακριβωμένο γεγονός παραμένει ουσιώδης: ακόμη και όταν μιλά για τον εαυτό του, ο Τουέιν εξακολουθεί να είναι ένας εξαιρετικά ικανός δημιουργός ιστοριών.

Το Stormfield και η ζωή μετά τις μεγάλες απώλειες

Το 1908 εγκαταστάθηκε στο Stormfield, την κατοικία του στο Ρέντινγκ του Κονέκτικατ. Το σπίτι, εμπνευσμένο από την ιταλική αρχιτεκτονική, έγινε το τελευταίο σταθερό του καταφύγιο. Συνέχισε να δέχεται επισκέπτες, να διαβάζει, να παρακολουθεί την επικαιρότητα και να ασχολείται με τη διαχείριση της λογοτεχνικής του κληρονομιάς.

Ιστορική φωτογραφία της κατοικίας Stormfield του Μαρκ Τουέιν στο Ρέντινγκ
Το Στόρμφιλντ, η τελευταία κατοικία του στο Ρέντινγκ, σε ιστορική φωτογραφία.

Η δημόσια τιμή δεν καταργούσε τη μοναξιά. Στο περιβάλλον του υπήρχαν φίλοι, συνεργάτες και μέλη της οικογένειας, αλλά είχαν χαθεί η Ολίβια και η Σούζι, ενώ η υγεία της Τζιν απαιτούσε φροντίδα. Ο Άλμπερτ Μπίγκελοου Πέιν, που εργαζόταν στη βιογραφία του, βρισκόταν κοντά του και κατέγραψε πολλά από τα περιστατικά αυτών των χρόνων.

Η συμβολή του Πέιν είναι πολύτιμη, αλλά η εγγύτητα στον συγγραφέα δεν αναιρεί την ανάγκη ελέγχου. Ο βιογράφος υπήρξε ταυτόχρονα φίλος και μετέπειτα διαχειριστής του έργου. Οι αφηγήσεις του βοήθησαν να διασωθούν λεπτομέρειες και να διαμορφωθεί ο μεταθανάτιος μύθος του Τουέιν. Η πιο διάσημη από αυτές αφορά τον κομήτη που πλησίαζε ξανά.

Ο Μαρκ Τουέιν και ο κομήτης του Χάλεϊ: τι είπε και τι συνέβη

Ο κομήτης του Χάλεϊ επιστρέφει στο εσωτερικό του Ηλιακού Συστήματος περίπου κάθε 75–76 χρόνια, με μεταβολές στη διάρκεια της τροχιάς του. Είχε περάσει από το περιήλιό του τον Νοέμβριο του 1835, περίπου δύο εβδομάδες πριν από τη γέννηση του Τουέιν. Η επόμενη επιστροφή του αναμενόταν το 1910 και ήταν γνωστή εκ των προτέρων από τους αστρονομικούς υπολογισμούς.

Ο Πέιν καταγράφει ότι το 1909 ο συγγραφέας συνέδεσε την αναμενόμενη εμφάνιση με το δικό του τέλος. Σε σύντομη ελληνική απόδοση, η σκέψη του ήταν: «Ήρθα με τον κομήτη του Χάλεϊ το 1835… περιμένω να φύγω μαζί του». Στη συνέχεια αστειευόταν με την ιδέα ότι δύο τόσο παράξενα φαινόμενα έπρεπε να αναχωρήσουν μαζί. Η γνωστή διατύπωση προέρχεται από τη μαρτυρία του βιογράφου του.

Η χρονική σύμπτωση υπήρξε εντυπωσιακή. Ο Χάλεϊ πέρασε από το περιήλιο στις 20 Απριλίου 1910 και ο Τουέιν πέθανε την επόμενη ημέρα, 21 Απριλίου. Περιήλιο σημαίνει το σημείο της τροχιάς όπου ο κομήτης βρίσκεται πλησιέστερα στον Ήλιο. Δεν σημαίνει τη μεγαλύτερη προσέγγιση στη Γη ούτε ότι εμφανίζεται στον ουρανό για μία μόνο ημέρα.

Ιστορική φωτογραφία του κομήτη του Χάλεϊ στις 29 Μαΐου 1910 από τον Έντουαρντ Έμερσον Μπάρναρντ
Ο κομήτης του Χάλεϊ στις 29 Μαΐου 1910, μετά τον θάνατο του Τουέιν.

Επομένως, η δημοφιλής διατύπωση ότι γεννήθηκε και πέθανε «την ίδια ημέρα που πέρασε ο κομήτης δίπλα από τη Γη» είναι ανακριβής. Γεννήθηκε και πέθανε στις χρονιές δύο διαδοχικών επιστροφών του, με τον θάνατό του μία ημέρα μετά το περιήλιο της δεύτερης. Η αστρονομική σύμπτωση δεν τεκμηριώνει αιτιώδη σχέση με την υγεία του. Πρόσφερε όμως έναν επίλογο που έμοιαζε απίστευτα ταιριαστός σε έναν άνθρωπο ο οποίος ήξερε να μετατρέπει τη ζωή σε αφήγηση.

Ο θάνατος του Μαρκ Τουέιν στις 21 Απριλίου 1910

Τους τελευταίους μήνες ο Τουέιν αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιακά προβλήματα. Είχε ταξιδέψει στις Βερμούδες για λόγους υγείας, αλλά επέστρεψε στο Stormfield τον Απρίλιο του 1910 σε επιβαρυμένη κατάσταση. Οι αναφορές της εποχής περιγράφουν στηθάγχη και επαναλαμβανόμενα επώδυνα επεισόδια. Η καρδιοπάθεια είχε επιβαρύνει την καθημερινότητά του και απαιτούσε ιατρική παρακολούθηση, ενώ η γενικότερη κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε.

Πέθανε στο Stormfield, στο Ρέντινγκ, το απόγευμα της 21ης Απριλίου 1910, σε ηλικία 74 ετών. Κοντά του βρίσκονταν άνθρωποι του οικογενειακού και στενού του περιβάλλοντος, ανάμεσά τους η Κλάρα και ο Πέιν. Οι σύγχρονες ανταποκρίσεις περιγράφουν μια σταδιακή βύθιση σε ύπνο και απώλεια συνείδησης.

Μια συγκινητική λεπτομέρεια των αφηγήσεων είναι η σχέση του με το διάβασμα έως το τέλος. Σύμφωνα με τις σύγχρονες ανταποκρίσεις, το βιβλίο που είχε δίπλα του ήταν η Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Τόμας Καρλάιλ. Τέτοιες μαρτυρίες φωτίζουν τη σκηνή χωρίς να μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε τις τελευταίες του σκέψεις. Το βέβαιο είναι ότι ο θάνατος ήρθε σε ένα σώμα ήδη καταπονημένο από καρδιακή νόσο, λίγους μήνες μετά την απώλεια της Τζιν.

Η κηδεία στη Νέα Υόρκη και η ταφή στην Ελμάιρα

Η σορός του μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη. Στις 23 Απριλίου 1910 πραγματοποιήθηκε η κηδεία στη Brick Presbyterian Church, που βρισκόταν τότε στην Πέμπτη Λεωφόρο και την 37η Οδό. Την τελετή τέλεσε ο Χένρι βαν Ντάικ. Οι εφημερίδες κατέγραψαν την προσέλευση πλήθους που ήθελε να αποχαιρετήσει τον συγγραφέα.

Η πορεία συνεχίστηκε σιδηροδρομικώς προς την Ελμάιρα. Την 24η Απριλίου 1910 ενταφιάστηκε στο Woodlawn Cemetery, στον οικογενειακό χώρο των Λάνγκντον. Η ανταπόκριση του Associated Press περιγράφει βροχή και μια μικρή ομάδα πενθούντων συγκεντρωμένη κάτω από σκέπαστρο. Τη σύντομη τελετή στον τάφο τέλεσε ο πάστορας Σάμιουελ Ίστμαν.

Η διάκριση των δύο ημερομηνιών αποτρέπει μια συχνή σύγχυση: η κηδεία στη Νέα Υόρκη έγινε στις 23 Απριλίου, ενώ η ταφή στην Ελμάιρα στις 24. Ο τόπος επιλέχθηκε μέσα στην οικογενειακή συνέχεια της Ολίβιας και των παιδιών τους, σε μια πόλη όπου ο Τουέιν είχε περάσει πολλά δημιουργικά καλοκαίρια. Η διεθνής προσωπικότητα επέστρεφε στον στενό οικογενειακό της κύκλο.

Πού βρίσκεται σήμερα ο τάφος του Μαρκ Τουέιν

Ο τάφος βρίσκεται στο Woodlawn Cemetery της Ελμάιρα, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, στον οικογενειακό χώρο Λάνγκντον–Κλέμενς. Η κύρια είσοδος του κοιμητηρίου βρίσκεται στη διεύθυνση 1200 Walnut Street, Elmira, New York 14905, ΗΠΑ. Εκεί αναπαύονται η Ολίβια και τα παιδιά της οικογένειας, μαζί με άλλα συγγενικά πρόσωπα.

Οι ταφικές πλάκες της Ολίβιας και του Σάμιουελ Κλέμενς στο Woodlawn Cemetery της Ελμάιρα
Οι τάφοι της Ολίβιας και του Μαρκ Τουέιν στην Ελμάιρα.

Η ταφική επιγραφή φέρει το πραγματικό όνομα Samuel Langhorne Clemens, συνδέοντάς το με το παγκοσμίως γνωστό ψευδώνυμο. Στον ίδιο οικογενειακό χώρο υπάρχει και το ψηλότερο μνημείο που συνδέεται με τον Τουέιν και τον γαμπρό του, τον μουσικό Όσιπ Γκαμπρίλοβιτς. Το μνημείο και η ατομική ταφική πλάκα δεν είναι το ίδιο αντικείμενο, παρότι εμφανίζονται συχνά μαζί στις φωτογραφίες.

Η πρώτη ταφή του συγγραφέα το 1910 έγινε σε αυτό το κοιμητήριο· δεν τεκμηριώνεται μεταγενέστερη επαναταφή του σε άλλη πόλη. Δεν πρόκειται για το Woodlawn της Σάντα Μόνικα ούτε για το ομώνυμο κοιμητήριο του Μπρονξ. Η Ελμάιρα συνδέει τη συγγραφική του εργασία, την οικογένεια της συζύγου του και τον τελικό τόπο ανάπαυσης με τρόπο που καμία άλλη πόλη της ζωής του δεν συγκεντρώνει.

Το ψηλό μνημείο του Μαρκ Τουέιν και του Όσιπ Γκαμπρίλοβιτς στο κοιμητήριο Γούντλον της Ελμάιρα
Το μνημείο για τον Μαρκ Τουέιν και τον γαμπρό του, Όσιπ Γκαμπρίλοβιτς.

Η κληρονομιά του: μια φωνή που δεν εξαντλείται στα αποφθέγματα

Ο Τουέιν ανήκει στους συγγραφείς των οποίων το όνομα κυκλοφορεί πολύ συχνότερα από τα βιβλία. Του αποδίδονται αμέτρητες έξυπνες φράσεις, αρκετές χωρίς ασφαλή τεκμηρίωση. Ακόμη και η γνωστή απάντησή του στις φήμες για τον θάνατό του, το 1897, απέκτησε διατυπώσεις διαφορετικές από την αρχική. Το χιούμορ του είναι καλύτερα κατανοητό μέσα στα κείμενα και στα συμφραζόμενά του.

Η σημαντική του συμβολή περιλαμβάνει τη λογοτεχνική δύναμη της προφορικής γλώσσας, την αξιοποίηση ενός αφηγητή που δεν καταλαβαίνει πάντοτε όσα βλέπει και την αποσταθεροποίηση των κοινωνικών βεβαιοτήτων. Ο αναγνώστης μπορεί να γελά και λίγο αργότερα να ανακαλύπτει ότι το αστείο αφορά μια δική του συνήθεια σκέψης. Η σάτιρα λειτουργεί τότε ως πρόσκληση σε αυτοεξέταση.

Η εικόνα του ανθρώπου που «έφυγε με τον Χάλεϊ» παραμένει γοητευτική. Η ουσιαστική του παρουσία βρίσκεται όμως στις ιστορίες όπου η φιλία δοκιμάζεται από τον νόμο, η κοινωνική θέση αλλάζει την αξία ενός ανθρώπου και η πρόοδος αποκαλύπτει το τίμημά της. Ο Μαρκ Τουέιν έζησε μέσα στις αντιφάσεις που περιέγραφε. Η ακρίβεια με την οποία τις έκανε ορατές είναι ένας από τους λόγους που εξακολουθεί να διαβάζεται.

Χρονολόγιο της ζωής του Μαρκ Τουέιν

ΈτοςΣταθμός
1835Γεννιέται στις 30 Νοεμβρίου στη Φλόριντα του Μιζούρι.
1839Η οικογένεια εγκαθίσταται στο Χάνιμπαλ.
1847–1853Χάνει τον πατέρα του, μαθαίνει την τυπογραφία και αρχίζει να ταξιδεύει για εργασία.
1857–1859Μαθητεύει στην ποταμοπλοΐα και αποκτά άδεια πλοηγού.
1858Πεθαίνει ο αδελφός του Χένρι μετά την έκρηξη του Pennsylvania.
1861–1863Φεύγει στη Νεβάδα, εργάζεται στην Territorial Enterprise και υιοθετεί το ψευδώνυμο Mark Twain.
1865–1867Δημοσιεύει την ιστορία του βάτραχου, ταξιδεύει στη Χαβάη και συμμετέχει στο ταξίδι του Quaker City.
1869–1870Εκδίδει το The Innocents Abroad και παντρεύεται την Ολίβια Λάνγκντον.
1874–1876Εγκαθίσταται στο νέο σπίτι του Χάρτφορντ και εκδίδει τον Τομ Σόγιερ.
1883–1885Κυκλοφορούν το Life on the Mississippi και ο Χάκλμπερι Φιν.
1894–1898Η εκδοτική εταιρεία πτωχεύει. Ακολουθεί διεθνής περιοδεία και αποπληρωμή των χρεών.
1896Πεθαίνει η Σούζι, σε ηλικία 24 ετών.
1904Πεθαίνει η Ολίβια κοντά στη Φλωρεντία.
1907–1908Τιμάται από την Οξφόρδη και εγκαθίσταται στο Stormfield.
1909Πεθαίνει η Τζιν στις 24 Δεκεμβρίου.
1910Πεθαίνει στις 21 Απριλίου. Κηδεύεται στις 23 και ενταφιάζεται στην Ελμάιρα στις 24 Απριλίου.
2010–2015Κυκλοφορεί σε τρεις τόμους η πλήρης επιστημονική έκδοση της αυτοβιογραφίας.

Συχνές ερωτήσεις για τον Μαρκ Τουέιν

Ποιο ήταν το πραγματικό όνομα του Μαρκ Τουέιν;

Το πραγματικό του όνομα ήταν Samuel Langhorne Clemens, στα ελληνικά Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Mark Twain ως δημοσιογράφος το 1863.

Πότε και πού γεννήθηκε ο Μαρκ Τουέιν;

Γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1835 στη Φλόριντα του Μιζούρι, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεγάλωσε κυρίως στο Χάνιμπαλ, στις όχθες του Μισισιπή.

Τι σημαίνει το ψευδώνυμο Mark Twain;

Προέρχεται από τη γλώσσα της βυθομέτρησης και σημαίνει δύο οργιές: δώδεκα πόδια, περίπου 3,66 μέτρα. Συνδέεται με την εργασία του ως πλοηγού ατμόπλοιων στον Μισισιπή.

Ποια είναι τα πιο γνωστά βιβλία του;

Οι Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ (1876), οι Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν (Βρετανία 1884, ΗΠΑ 1885), ο Πρίγκιπας και ο φτωχός (1881–1882), το Life on the Mississippi (1883) και το μυθιστόρημα Ένας Γιάνκης στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου (1889).

Ποια ήταν η οικογένειά του;

Παντρεύτηκε την Ολίβια Λάνγκντον στις 2 Φεβρουαρίου 1870. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Λάνγκντον και τις Σούζι, Κλάρα και Τζιν. Μόνο η Κλάρα επέζησε του πατέρα της.

Γιατί συνδέεται με τον κομήτη του Χάλεϊ;

Γεννήθηκε στη χρονιά της επιστροφής του κομήτη το 1835 και πέθανε στις 21 Απριλίου 1910, μία ημέρα μετά το επόμενο περιήλιο. Ο βιογράφος Άλμπερτ Μπίγκελοου Πέιν καταγράφει ότι ο Τουέιν είχε συνδέσει αστειευόμενος το αναμενόμενο τέλος του με την επιστροφή του Χάλεϊ.

Πέθανε την ημέρα που ο Χάλεϊ πλησίασε περισσότερο στη Γη;

Όχι. Το περιήλιο, δηλαδή η πλησιέστερη προσέγγιση του κομήτη στον Ήλιο, έγινε στις 20 Απριλίου 1910. Ο Τουέιν πέθανε την επόμενη ημέρα. Το περιήλιο δεν είναι η πλησιέστερη προσέγγιση στη Γη.

Από τι, πότε και πού πέθανε;

Πέθανε στις 21 Απριλίου 1910, σε ηλικία 74 ετών, στο Stormfield, την κατοικία του στο Ρέντινγκ του Κονέκτικατ. Αντιμετώπιζε καρδιοπάθεια· οι σύγχρονες ανταποκρίσεις αναφέρουν στηθάγχη.

Πότε έγινε η κηδεία και πού βρίσκεται ο τάφος του;

Η κηδεία έγινε στη Brick Presbyterian Church της Νέας Υόρκης στις 23 Απριλίου 1910. Θάφτηκε στις 24 Απριλίου στο Woodlawn Cemetery της Ελμάιρα, στον οικογενειακό χώρο Λάνγκντον–Κλέμενς. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στη 1200 Walnut Street, Elmira, NY 14905.

Είχε επισκεφθεί την Ελλάδα;

Ναι, στο ταξίδι του Quaker City το 1867. Στο The Innocents Abroad αφηγείται μια νυχτερινή επίσκεψη στην Αθήνα και στην Ακρόπολη, παρακάμπτοντας τους περιορισμούς της καραντίνας.

Ο τάφος

Οι ταφικές πλάκες της Ολίβιας και του Σάμιουελ Κλέμενς στο Woodlawn Cemetery της Ελμάιρα
Οι τάφοι της Ολίβιας και του Μαρκ Τουέιν στην Ελμάιρα.

Πηγές

Τελευταία ενημέρωση:

Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.