Συγγραφείς και ποιητές
Νίκος Εγγονόπουλος
1907 – 1985
Ποιητής και ζωγράφος, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού υπερρεαλισμού και δημιουργός του «Μπολιβάρ». Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1907 και πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985. Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Αφιερώσεις
Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.
Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος (21 Οκτωβρίου 1907 – 31 Οκτωβρίου 1985), ποιητής και ζωγράφος, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού υπερρεαλισμού, πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών, από ανακοπή καρδιάς. Κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη και ετάφη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, κατά τη βιογραφία του στον ιστότοπο engonopoulos.gr.

Νίκος Εγγονόπουλος: γεννημένος στην Αθήνα, με ρίζες στην Κωνσταντινούπολη
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907. Ήταν δεύτερος γιος του Παναγιώτη και της Ερριέττης, κατά το engonopoulos.gr, και είχε αδελφό, τον Κώστα. Ο πατέρας του ήταν φαναριώτικης καταγωγής, και η μητέρα του απόγονος του γερμανού φιλέλληνα Δημήτριου Φρειδερίκου Σμιτ, κατά το ow.gr. Ο πατέρας του πέθανε το 1937 στην Κωνσταντινούπολη και η μητέρα του το 1963 στην Αθήνα. Το 1914 ταξίδεψε παιδί στην Πόλη και έμεινε εκεί αποκλεισμένος μετά την κήρυξη του πολέμου, κατά το χρονολόγιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (το engonopoulos.gr γράφει ότι η οικογένεια εγκαταστάθηκε εκεί αναγκαστικά). Ο ίδιος υπέγραφε σε ορισμένα έργα του, ιδίως βυζαντινής τεχνοτροπίας, «Εγγονόπουλος ο Φαναριώτης», κατά τον ιστότοπο engonopoulos.gr.
Παρίσι, 1919–1927
Το 1919 γράφτηκε ως εσωτερικός μαθητής σε λύκειο του Παρισιού και έμεινε εκεί μέχρι το 1927, κατά το sansimera.gr. Οι πηγές που βρήκα δεν κατονομάζουν το σχολείο ούτε εξηγούν γιατί βρέθηκε εκεί· το engonopoulos.gr αναφέρει τον θείο του, γιατρό Λιάμπεη, στο σπίτι του οποίου έμενε τις αργίες. Για μια ολόκληρη εφηβεία, λοιπόν, έζησε στη γαλλική πρωτεύουσα, σε μια εποχή που ο υπερρεαλισμός γεννιόταν εκεί. Το 1927 γύρισε στην Αθήνα και υπηρέτησε τη θητεία του στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, έως το 1928.

Από το γραφείο στην Καλών Τεχνών
Η επιστροφή δεν ήταν εύκολη. Από το 1928 έως το 1930 δούλεψε ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ φοιτούσε σε νυχτερινό γυμνάσιο για να πάρει ελληνικό απολυτήριο. Το 1929 έκανε σχέδια για το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα». Από το 1930 έως το 1933 ήταν ημερομίσθιος σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και το 1934 διορίστηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία του ίδιου υπουργείου.
Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, και παράλληλα φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου. Το iefimerida.gr αναφέρει επίσης τους Δημήτριο Μπισκίνη, Θωμά Θωμόπουλο και Γιάννη Κεφαλληνό και τον Αλέξανδρο Ξυγγόπουλο. Το 1933 εικονογράφησε τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαρίμπα «Το θείο τραγί». Ο ίδιος έλεγε σε συνέντευξή του ότι χρωστούσε σχεδόν όλη του τη ζωγραφική γνώση στον Παρθένη.

Από τον Κόντογλου πήρε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, που συναντήθηκε αργότερα στα έργα του με τον μεταφυσικό κόσμο του de Chirico. Δούλευε ως υπάλληλος: ήταν ημερομίσθιος στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και μονιμοποιήθηκε το 1940, κατά το engonopoulos.gr. Στη συνέντευξή του το 1979 έλεγε ότι έζησε με μισθό και δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητος, και ότι η εχθρότητα άλλων συγγραφέων τον πλήγωνε περισσότερο από τη στάση του κοινού.

Το «σουρεαλιστικό σκάνδαλο» του 1938
Τον Ιανουάριο του 1938 έδειξε τα πρώτα του έργα, κυρίως τέμπερες σε χαρτί με παλιά σπίτια, στην έκθεση «Η τέχνη της σύγχρονης ελληνικής παράδοσης», και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική του συλλογή, «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» (εκδόσεις «Ο Κύκλος»), που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το χρονολόγιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας τις αποκαλεί «σουρεαλιστικό σκάνδαλο». Η δεύτερη συλλογή, «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», βγήκε το 1939. Μερικές ηλεκτρονικές πηγές δίνουν διαφορετικούς τίτλους (π.χ. «Μην αποσπάτε την προσοχή του οδηγού» και «Τα κλαβιέμπαλα της σιωπής»)· εδώ ακολουθώ το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Το 1939 έκανε και την πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής, στο σπίτι του Νικήτα Καλαμάρη· τη διοργάνωση, κατά τη βιογραφία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, την είχε αναλάβει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Η έκθεση δέχτηκε σφοδρή κριτική. Στη συνέντευξή του το 1979 στον Νίκο Σύριγγα, που δημοσίευσε το lifo.gr το 2014, ο Εγγονόπουλος περιγράφει εχθρική υποδοχή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, λέει ότι δεν είχε κοινωνική κάλυψη, σε αντίθεση με τον Εμπειρίκο, που είχε περιουσία, και αναφέρει επίθεση από τον Μάρκο Αυγέρη. Αυτοχαρακτηρίστηκε «ωραία ψυχούλα». Ο ίδιος έλεγε επίσης ότι δεν προσχώρησε ποτέ στον υπερρεαλισμό, και ότι τον οφείλει στον Εμπειρίκο και στον Giorgio de Chirico.

Ο πόλεμος: αιχμάλωτος και φυγάς
Επιστρατεύτηκε τον Ιανουάριο του 1941 και, κατά τη μαρτυρία της κόρης του, μιλούσε αργότερα για τη θητεία του στο Αλβανικό μέτωπο. Στις 13 Απριλίου 1941 συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Γερμανούς, κρατήθηκε σε στρατόπεδο εργασίας και δραπέτευσε, κατά τη βιογραφία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, και επέστρεψε στην Αθήνα· σε συνέντευξή του λέει ότι διέσχισε με τα πόδια μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας για να γυρίσει σπίτι. Την περίοδο της Κατοχής συμμετείχε σε εκθέσεις στο Ζάππειο (1942, 1943).
«Μπολιβάρ»: το ποίημα της Κατοχής
Τον χειμώνα του 1942–1943 έγραψε στην Αθήνα το «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα», εμπνευσμένο από τον επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ. Το 1943 κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα αντίγραφα, και διαβαζόταν σε αντιστασιακές συγκεντρώσεις, κατά άρθρο του ΕΚΤ. Το 1944 ο συγγενής του Άγγελος Έβερτ τον συμβούλεψε να φύγει από την Αθήνα, επειδή οι Γερμανοί φαίνονταν να ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο του ποιήματος, ενώ ο ίδιος κρύφτηκε στο σπίτι του Εμπειρίκου στην κατεχόμενη πρωτεύουσα. Το ποίημα εκδόθηκε από τον Ίκαρο τον Σεπτέμβριο του 1944. Παραμένει το πιο δημοφιλές μακροσκελές ποίημά του.

Πολυτεχνείο, θέατρο και η δεκαετία του 1950
Το 1945 έγινε βοηθός του Δημήτρη Πικιώνη στο Πολυτεχνείο, θέση που κράτησε έως το 1956, και σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για τον «Καποδίστρια» του Καζαντζάκη. Σχεδίαζε σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο και το χορόδραμα από το 1937 έως το 1965 (Θέατρο Κοτοπούλη, Εθνικό Θέατρο, Ραλλού Μάνου, ΚΘΒΕ). Το 1946 κυκλοφόρησε «Η επιστροφή των πουλιών» και το 1948 η «Έλευσις». Το 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του ομίλου «Αρμός», και έργα του εκτέθηκαν στο ελληνικό περίπτερο της Παγκόσμιας Έκθεσης της Νέας Υόρκης. Το 1952, κατά το χρονολόγιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, αγιογράφησε με τον Κόντογλου την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στη Νέα Υόρκη.
Η ζωγραφική του
Ξεκινούσε κάθε έργο με ένα μικρό σχέδιο, που το έλεγε «bozzetti», σε υδατογραφία, κινέζικο μελάνι ή χρωματιστά μολύβια, και το μετέφερε στη συνέχεια σε καμβά, ξύλο ή χαρτόνι. Δούλευε κυρίως με αυγοτέμπερα και λάδι, με περιορισμένη παλέτα: ώχρα, κοβάλτιο, βαθύ πράσινο, κόκκινο. Οι φιγούρες του είναι όρθιες και συχνά χωρίς πρόσωπο, από τον μύθο, τη λογοτεχνία και την ιστορία, κατά το iefimerida.gr. Η έκθεση του Ιδρύματος Γουλανδρή στην Άνδρο το 2017 τα οργάνωσε σε επτά ενότητες: θρησκευτικά, ιστορικοί ήρωες, γυναικεία μορφή, ελληνική μυθολογία, το ζευγάρι, αρχιτεκτονική και θεατρικά κοστούμια. Η ζωγραφική του συνδύαζε, κατά το protothema.gr, τον μεταφυσικό κόσμο του de Chirico με τη βυζαντινή τέχνη. Ένα απόφθεγμα του Οράτιου ήταν το μότο του, και οι ζωγράφοι τον έβλεπαν περισσότερο ως ποιητή και οι ποιητές ως ζωγράφο.

Βενετία 1954
Το 1954 επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας, όπου ως μοναδικός αντιπρόσωπος της χώρας εξέθεσε 72 πίνακες, και το 1955 συμμετείχε στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο, κατά το iefimerida.gr. Την ίδια χρονιά χώρισε από την πρώτη του γυναίκα.

Δύο γάμοι και δύο παιδιά
Τον Μάρτιο του 1950 παντρεύτηκε τη Νέλλη (ή Νέλη) Ανδρικοπούλου και το 1951 γεννήθηκε ο γιος τους, ο Πάνος. Το διαζύγιο δόθηκε το 1954. Το 1960 παντρεύτηκε την Ελένη (Λένα) Τσιόκου, μαθηματικό και πολύ νεότερή του, κόρη του Λεωνίδα Τσιόκου, που γεννήθηκε το 1892 στην Πρέβεζα και ήταν βουλευτής και υπουργός· πέθανε το 1941. Ο γάμος κράτησε έως τον θάνατό του, και η Λένα πέθανε το 2020, κατά το ow.gr. Το 1961 γεννήθηκε η κόρη τους, η Ερριέττη, που εμφανίζεται ως επιμελήτρια του ιστότοπου engonopoulos.gr για το έργο του. Τα γράμματά του προς τη Λένα, από το 1959 έως το 1967, έχουν εκδοθεί. Η οικογένεια της Λένας κατέφυγε στην Πρέβεζα στην Κατοχή, και ο Εγγονόπουλος έδεσε με την πόλη: τη δεύτερη σειρά των «Σημειώσεών» του την έγραψε εκεί, στις 15 Σεπτεμβρίου 1977, κατά άρθρο του ΕΚΤ.
Η μέρα του: η μαρτυρία της κόρης του
Η Ερριέττη Εγγονοπούλου, που ήταν 24 ετών όταν πέθανε ο πατέρας της, τον θυμάται σε συνεντεύξεις της σε πειθαρχημένο πρόγραμμα. Ξυπνούσε πολύ νωρίς, έπινε καφέ και πήγαινε στο ατελιέ, όπου έπινε δεύτερο καφέ πριν αρχίσει να ζωγραφίζει. Ζωγράφιζε μόνο τα πρωινά, για το φυσικό φως, και στις δύο καθάριζε τα πινέλα, με την παλέτα πάντα πεντακάθαρη. Τα απογεύματα διάβαζε και έγραφε ποίηση. Έλεγε ότι είναι ζωγράφος και έγραφε ποιήματα όταν είχε ελεύθερο χρόνο. Κάπνιζε πολύ, γύρω στα τέσσερα πακέτα την ημέρα, κυρίως άφιλτρα και γαλλικά τσιγάρα, κατά την ίδια. Δακτυλογραφούσε ο ίδιος όλα του τα γραπτά· μετά τον θάνατό του βρέθηκε ένα κείμενο μισοδακτυλογραφημένο και μισογραμμένο στο χέρι.
Η Ερριέττη λέει ότι της έδινε το κλειδί του ατελιέ και την άφηνε να μπαίνει να τον βλέπει να δουλεύει. Της μιλούσε για την Αγία Σοφία και για τον Αλφρέντ ντε Μισέ, της διάβαζε βιβλία και της έδινε ερεθίσματα για τη φαντασία, χωρίς να γίνεται βαρετός· συζητούσαν και για τους δασκάλους του, τον Παρθένη και τον Κόντογλου, και για τον Σεζάν. Τον περιγράφει κομψό, ξυρισμένο κάθε μέρα, αισιόδοξο και «άνθρωπο του σήμερα». Δεν ήταν θρησκευόμενος, δεν υποστήριξε κανένα πολιτικό στρατόπεδο, και στη νεότητά του ήταν πιο αριστερός. Η σχέση τους έγινε πιο στενή όταν βγήκε στη σύνταξη και ήταν περισσότερες ώρες στο σπίτι. Θεωρούσε τον Εμπειρίκο καλύτερό του φίλο, και οι δύο ποιητές συναντιούνταν στο ατελιέ.
Καθηγητής στο Πολυτεχνείο
Το 1956 εξελέγη μόνιμος επιμελητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, και το 1964 παραιτήθηκε. Επέστρεψε το 1967, όταν εξελέγη έκτακτος καθηγητής ζωγραφικής στη Σχολή Αρχιτεκτονικής, και το 1969 έγινε τακτικός. Αφυπηρέτησε το 1973 και το 1976 έγινε ομότιμος. Τον διαδέχθηκε ο στενός του συνεργάτης Σωτήρης Σορόγας.

Βραβεία και τελευταία χρόνια
Το 1957 κυκλοφόρησε το «Εν ανθηρώ ελληνι λόγω», που το 1958 πήρε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 1964 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο», και το 1968 ο δίσκος με το «Μπολιβάρ». Το 1966 πήρε τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄ για τη ζωγραφική του και το 1971 το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Το 1972 κυκλοφόρησε το λεύκωμα «Ελληνικά σπίτια», το 1978 η συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» και το 1980 «Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών». Για την «Κοιλάδα με τους ροδώνες» πήρε δεύτερο Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης: οι πηγές δίνουν 1978 ή 1979, και το χρονολόγιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας το βάζει το 1979. Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Αργύρης Κουνάδης και ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησαν ποιήματά του. Τα τελευταία χρόνια εξέθετε ακόμη: στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1984 και στη Γκαλερί 3 το 1985 («Ζωγραφική 1975–1985»).
Ο θάνατος
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985, δέκα ημέρες μετά τα 78α γενέθλιά του, από ανακοπή καρδιάς, κατά το sansimera.gr και το protothema.gr. Πέθανε στην Αθήνα, κατά την αγγλική Wikipedia· καμία πηγή δεν λέει αν πέθανε σπίτι ή σε νοσοκομείο, και το ertnews.gr γράφει μόνο ότι τα τελευταία του χρόνια ήταν απομονωμένος στο σπίτι του. Η κηδεία έγινε με δημόσια δαπάνη, και ο ιστότοπος engonopoulos.gr γράφει ότι ετάφη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, κάτι που επιβεβαιώνει και το sansimera.gr για την κηδεία. Δεν βρήκα φωτογραφίες από την κηδεία ούτε από τον τάφο του, ούτε τη θέση του τάφου μέσα στο νεκροταφείο. Στο ίδιο νεκροταφείο έχουν κηδευτεί πολλοί Έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες.
Μετά τον θάνατο
Το 2007 ανακηρύχθηκε Έτος Νίκου Εγγονόπουλου. Η έκθεση «Ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού» στο Ίδρυμα Θεοχαράκη (9 Μαρτίου – 19 Ιουνίου 2022, επιμέλεια Τάκη Μαυρωτά) συγκέντρωσε πάνω από 148 έργα από το Ίδρυμα Ωνάση, την Alpha Bank, το Ίδρυμα Τελλόγλειο, τη Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου, την Πινακοθήκη Λεβέντη και ιδιώτες.
Λιγότερο γνωστά στοιχεία για τον Νίκο Εγγονόπουλο
- «Ο Φαναριώτης». Υπέγραφε με αυτόν τον τρόπο ορισμένα έργα βυζαντινής τεχνοτροπίας.
- Κρυμμένος στο σπίτι του Εμπειρίκου. Το 1944, κατά το χρονολόγιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, κρύφτηκε στην Κατοχή στο σπίτι του ποιητή.
- Ένας δίσκος με τη φωνή του. Το 1964 κυκλοφόρησε δίσκος όπου διαβάζει ο ίδιος ποιήματά του.
- Πρέβεζα. Μέρος των «Σημειώσεών» του γράφτηκε εκεί, στην πόλη του πεθερού του.
- Τέσσερα πακέτα την ημέρα. Κάπνιζε πολύ, κατά την κόρη του.
- Θέατρο για 28 χρόνια. Σχεδίαζε σκηνικά και κοστούμια από το 1937 έως το 1965.
- Ένας τίτλος, πολλά λάθη. Οι ηλεκτρονικές πηγές αναπαράγουν διαφορετικά τους τίτλους των δύο πρώτων συλλογών του.
Συχνές ερωτήσεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο
Πότε και πού γεννήθηκε ο Νίκος Εγγονόπουλος;
Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1907 στην Αθήνα. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη.
Πότε και πώς πέθανε ο Νίκος Εγγονόπουλος;
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών, από ανακοπή καρδιάς, κατά το sansimera.gr και το protothema.gr.
Πού κηδεύτηκε ο Νίκος Εγγονόπουλος;
Κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη και ετάφη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, κατά το engonopoulos.gr και το sansimera.gr. Δεν βρήκα πηγή για την ακριβή θέση του τάφου.
Ήταν σουρεαλιστής ο Εγγονόπουλος;
Θεωρείται ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο ίδιος έλεγε ότι δεν προσχώρησε ποτέ στον υπερρεαλισμό και ότι τον οφείλει στον Εμπειρίκο και στον de Chirico.
Ποιο είναι το πιο γνωστό ποίημά του;
Το «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα», που γράφτηκε τον χειμώνα του 1942–1943 και εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1944.
Ποιες είναι οι ποιητικές συλλογές του;
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938), Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939), Η επιστροφή των πουλιών (1946), Έλευσις (1948), Εν ανθηρώ ελληνι λόγω (1957) και Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (1978).
Ποια βραβεία πήρε;
Δύο Α΄ Κρατικά Βραβεία Ποίησης (1958 και 1978/1979), τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄ για τη ζωγραφική (1966) και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος (1971).
Ποια ήταν η οικογένεια του Εγγονόπουλου;
Παντρεύτηκε δύο φορές: τη Νέλλη Ανδρικοπούλου (1950, χωρισμός το 1954), με την οποία απέκτησε τον Πάνο, και την Ελένη Τσιόκου (1960), με την οποία απέκτησε την Ερριέττη.
Πηγές
- Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Νίκος Εγγονόπουλος: Χρονολόγιο, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Νίκος Εγγονόπουλος: Βιογραφικό, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 25-26 (1988), αφιέρωμα στον Εγγονόπουλο, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Σαν Σήμερα, Νίκος Εγγονόπουλος: Βιογραφία, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- engonopoulos.gr, Βιογραφικό, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- engonopoulos.gr, Κατάλογος έργων (PDF), ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Protothema, Ένας υπερρεαλιστής στην Άνδρο, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- iefimerida, Νίκος Εγγονόπουλος: Έκθεση με 148 αριστουργήματα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Elxis, Greek surrealist Engonopoulos unites past with present, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Athens Voice, Σαν σήμερα 31 Οκτωβρίου πέθανε ο Νίκος Εγγονόπουλος, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Lifo, Νίκος Εγγονόπουλος: «Κι εγώ είμαι μια ωραία ψυχούλα», ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Lifo, Ο πατέρας μου ο Νίκος Εγγονόπουλος, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- News247, Ερριέττη Εγγονοπούλου: «Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος το πρωί, ποιητής το απόγευμα», ανακτήθηκε 17/10/2026.
- OW.GR, Νίκος Εγγονόπουλος: Η τέχνη ως αντίδοτο στη μοναξιά, ανακτήθηκε 17/10/2026.
- Κατιούσα, Νίκος Εγγονόπουλος: Τα ποιήματα τα ζει κανείς, δεν τα «γράφει», ανακτήθηκε 17/10/2026.
- ΕΚΤ ejournals, Μελέτη για τον Εγγονόπουλο και την Πρέβεζα, ανακτήθηκε 17/10/2026.
Τελευταία ενημέρωση:
Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.
