Victor Hugo

Η ζωή του Βίκτωρα Ουγκώ, από τον γαλλικό ρομαντισμό και τις οικογενειακές απώλειες στην εξορία, τους Αθλίους και τον αγώνα για τη δικαιοσύνη. Ο θάνατος το 1885, η αγρυπνία στην Αψίδα του Θριάμβου και η εθνική κηδεία στο Πάνθεον.

Συγγραφείς και ποιητές

Victor Hugo

1802 – 1885

Έφυγε στις 22 Μαΐου 1885 · Λεωφόρος Βικτόρ-Ουγκώ, Παρίσι, Γαλλία · 83 ετών

Η ζωή του Βίκτωρα Ουγκώ, από τον γαλλικό ρομαντισμό και τις οικογενειακές απώλειες στην εξορία, τους Αθλίους και τον αγώνα για τη δικαιοσύνη. Ο θάνατος το 1885, η αγρυπνία στην Αψίδα του Θριάμβου και η εθνική κηδεία στο Πάνθεον.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ καθισμένος, σε φωτογραφικό πορτρέτο του Ετιέν Καρζά από το 1876.
Φωτογραφία: Victor Hugo

Αφιερώσεις

Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.

Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.

Αφιέρωση

Γράψε δυο λόγια για να θυμόμαστε. Η αφιέρωσή σου θα δημοσιευτεί μετά από έλεγχο.

Το μήνυμά σου θα δημοσιευτεί στη σελίδα μετά από έλεγχο. Θα εμφανίζεται μόνο το μικρό σου όνομα· το email και το επίθετό σου (αν το γράψεις) δεν εμφανίζονται πουθενά. Μην γράφεις προσωπικά στοιχεία μέσα στο μήνυμα. Αν τσεκάρεις την ενημέρωση, μπορείς να διαγραφείς όποτε θέλεις. Τα μηνύματα εκφράζουν τους συγγραφείς τους. Πολιτική απορρήτου.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ καθισμένος, σε φωτογραφικό πορτρέτο του Ετιέν Καρζά από το 1876.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ σε πορτρέτο του Ετιέν Καρζά, το 1876.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo) έζησε αρκετά ώστε να γίνει μάρτυρας διαδοχικών μοναρχιών, επαναστάσεων, αυτοκρατοριών και δημοκρατιών. Έγραψε ποίηση, θέατρο και μυθιστορήματα, υπερασπίστηκε ανθρώπους καταδικασμένους σε θάνατο, συγκρούστηκε με τον Ναπολέοντα Γ΄ και πέρασε σχεδόν δεκαεννέα χρόνια μακριά από τη Γαλλία. Ο δημιουργός των Αθλίων και της Παναγίας των Παρισίων απέκτησε μια δημόσια παρουσία που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της λογοτεχνίας.

Όταν πέθανε στο Παρίσι, στις 22 Μαΐου 1885, ήταν 83 ετών. Η ασθένειά του είχε ήδη γίνει εθνική αγωνία. Η αγρυπνία κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου και η πομπή προς το Πάνθεον μετέτρεψαν την κηδεία του σε ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα συλλογικού πένθους της Γαλλίας. Για να κατανοήσουμε εκείνον τον αποχαιρετισμό, χρειάζεται να δούμε και τον νεαρό βασιλόφρονα που προηγήθηκε του δημοκρατικού εξόριστου, τον φιλόδοξο οικογενειάρχη πίσω από τον δημόσιο ποιητή και τις απώλειες που διαπέρασαν το έργο του.

Βίκτωρ Ουγκώ: η γέννηση και τα παιδικά χρόνια ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους

Ο Βίκτωρ Μαρί Ουγκώ γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στη Μπεζανσόν της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν ο στρατιωτικός Λεοπόλντ Ουγκώ και μητέρα του η Σοφί Τρεμπισέ. Είχε δύο μεγαλύτερους αδελφούς, τον Αμπέλ και τον Εζέν. Οι μεταθέσεις του πατέρα και η δύσκολη σχέση των γονιών του επηρέασαν βαθιά τα πρώτα του χρόνια.

Η οικογένεια ακολούθησε για διαστήματα τον πατέρα στην Ιταλία και στην Ισπανία, όπου εκείνος υπηρετούσε στο περιβάλλον του Ιωσήφ Βοναπάρτη. Ο Βίκτωρ γνώρισε από παιδί διαφορετικές γλώσσες, τοπία και εικόνες εξουσίας. Η επιστροφή στο Παρίσι και η διαμονή στην περιοχή του παλιού μοναστηριού των Feuillantines συνδέθηκαν με αναμνήσεις που θα επανέρχονταν στην ποίησή του.

Ο πατέρας προερχόταν από τη στρατιωτική εμπειρία της Επανάστασης και της Αυτοκρατορίας, ενώ η μητέρα διατηρούσε βασιλόφρονες πεποιθήσεις. Αυτή η οικογενειακή διαφορά δεν εξηγεί μηχανικά τις μελλοντικές του επιλογές. Δείχνει όμως ότι η ιστορία δεν ήταν γι’ αυτόν αφηρημένο σχολικό μάθημα. Εισερχόταν στο σπίτι μέσα από τις απουσίες του πατέρα, τις συγκρούσεις των γονιών και τις πολιτικές βεβαιότητες που άκουγε να διατυπώνονται γύρω του.

Ο νεαρός ποιητής που ξεκίνησε ως βασιλόφρων

Η λογοτεχνική φιλοδοξία εμφανίστηκε νωρίς. Ο έφηβος Ουγκώ έγραφε ποιήματα, συμμετείχε σε διαγωνισμούς και μελετούσε συγγραφείς που θεωρούσε πρότυπα, ιδιαίτερα τον Σατωβριάνδο. Το 1819, μαζί με τους αδελφούς του, άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Le Conservateur littéraire. Η ονομασία του αντανακλούσε και την πολιτική του αφετηρία.

Λιθογραφικό πορτρέτο του νεαρού Βίκτωρα Ουγκώ, με βάση έργο του Ασίλ Ντεβεριά, το 1829.
Ο νεαρός Ουγκώ σε λιθογραφικό πορτρέτο του 1829.

Το 1822 δημοσίευσε τις Odes et poésies diverses. Οι πρώτες ωδές του συνδέονταν με τη μοναρχική και θρησκευτική παράδοση και του εξασφάλισαν αναγνώριση και βασιλική οικονομική υποστήριξη. Ο συγγραφέας που αργότερα θα γινόταν σύμβολο αντίστασης στην αυταρχική εξουσία δεν άρχισε την πορεία του ως επαναστάτης.

Παράλληλα με την ποίηση, δοκιμαζόταν ήδη στην πεζογραφία. Το Han d’Islande κυκλοφόρησε το 1823, ενώ το 1826 εξέδωσε το Bug-Jargal στην εκτενέστερη, αναθεωρημένη μορφή του. Τα πρώτα αυτά μυθιστορήματα δείχνουν ότι η ενασχόλησή του με την αφήγηση είχε αρχίσει χρόνια πριν από την Παναγία των Παρισίων. Η ρομαντική του ταυτότητα διαμορφωνόταν μέσα από παράλληλους πειραματισμούς σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη.

Η μεταβολή δεν υπήρξε μια στιγμιαία αποκάλυψη. Προχώρησε μέσα από τη λογοτεχνική εμπειρία, τη λογοκρισία, τις κοινωνικές παρατηρήσεις και τις πολιτικές κρίσεις. Η νεανική του επιθυμία να αναγνωριστεί από τους θεσμούς συνυπήρχε με την ανάγκη να ανανεώσει τη γλώσσα και το θέατρο. Ο Ουγκώ ήθελε να αποκτήσει θέση στον κόσμο των γραμμάτων, αλλά και να αλλάξει τους κανόνες με τους οποίους αυτός ο κόσμος αναγνώριζε το καινούργιο.

Η Αντέλ Φουσέ και τα πέντε παιδιά της οικογένειας

Στις 12 Οκτωβρίου 1822 παντρεύτηκε την Αντέλ Φουσέ, την οποία γνώριζε από τα παιδικά του χρόνια. Ο γάμος ακολούθησε τον θάνατο της μητέρας του και μια περίοδο δυσκολιών γύρω από τη σχέση τους. Ο Ουγκώ ήταν είκοσι ετών και προσπαθούσε να μετατρέψει την πρώιμη λογοτεχνική αναγνώριση σε σταθερή επαγγελματική ζωή.

Η Αντέλ Φουσέ, σύζυγος του Βίκτωρα Ουγκώ, σε ζωγραφικό πορτρέτο του Λουί Μπουλανζέ.
Η Αντέλ Φουσέ Ουγκώ σε πορτρέτο του Λουί Μπουλανζέ, το 1839.

Απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Λεοπόλντ, που γεννήθηκε και πέθανε το 1823, τη Λεοπολδίνη το 1824, τον Σαρλ το 1826, τον Φρανσουά-Βικτόρ το 1828 και την Αντέλ το 1830. Η σύζυγος Αντέλ και η ομώνυμη κόρη τους είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα, των οποίων οι βιογραφίες συχνά συγχέονται στις σύντομες αναφορές.

Η οικογενειακή ζωή συνδεόταν στενά με την εργασία και τη διασημότητα του πατέρα. Το σπίτι δεχόταν συγγραφείς, ζωγράφους, φίλους και πολιτικά πρόσωπα. Τα παιδιά μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης πνευματικής δραστηριότητας, αλλά και υψηλών προσδοκιών. Οι γιοι του Σαρλ και Φρανσουά-Βικτόρ απέκτησαν δικές τους διαδρομές στη δημοσιογραφία. Ο Σαρλ ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία, ενώ ο Φρανσουά-Βικτόρ έγινε γνωστός για τη μετάφραση των έργων του Σαίξπηρ στα γαλλικά.

Ο «Κρόμγουελ», ο «Ερνάνης» και η σύγκρουση για το ρομαντικό θέατρο

Με τον πρόλογο του Cromwell το 1827, ο Ουγκώ διατύπωσε μια ισχυρή υπεράσπιση του ρομαντικού δράματος. Ζητούσε μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στους κλασικιστικούς κανόνες και χώρο για τη συνύπαρξη του υψηλού με το καθημερινό, του ωραίου με το παραμορφωμένο, του τραγικού με το κωμικό. Η ανθρώπινη εμπειρία δεν χωρούσε, κατά την αντίληψή του, σε αυστηρά διαχωρισμένα είδη.

Η πρεμιέρα του Hernani, στις 25 Φεβρουαρίου 1830, έγινε το διασημότερο επεισόδιο αυτής της σύγκρουσης. Υποστηρικτές και αντίπαλοι του ρομαντισμού αντιμετώπισαν την παράσταση ως αναμέτρηση για το μέλλον του θεάτρου. Η λεγόμενη «μάχη του Ερνάνη» δεν ήταν πολεμικό γεγονός, αλλά μια έντονη αντιπαράθεση μέσα στην αίθουσα και στη δημόσια κριτική.

Σατιρική εικόνα του Γκρανβίλ για τη σύγκρουση γύρω από τον Ερνάνη και το ρομαντικό θέατρο.
Σατιρική απόδοση της «μάχης του Ερνάνη», του 1830.

Η σημασία της ξεπερνά τον θόρυβο μιας βραδιάς. Το θέατρο αποτελούσε πεδίο κοινωνικού κύρους και πολιτιστικής εξουσίας. Η αλλαγή του στίχου, του ύφους και της δραματουργίας αμφισβητούσε καθιερωμένες ιεραρχίες. Ο Ουγκώ αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή ενός κινήματος που δεν ήθελε απλώς να προσθέσει νέα έργα στο ρεπερτόριο, αλλά να διευρύνει όσα επιτρεπόταν να εμφανίζονται στη σκηνή.

Η σύγκρουση με την εξουσία έγινε πιο άμεση με το Le Roi s’amuse — «Ο βασιλιάς διασκεδάζει». Το έργο παρουσιάστηκε στις 22 Νοεμβρίου 1832 και απαγορεύτηκε την επομένη. Ο Ουγκώ προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και υπερασπίστηκε δημόσια την ελευθερία της θεατρικής έκφρασης. Το ίδιο δράμα αποτέλεσε αργότερα τη βάση για τον Ριγκολέττο του Τζουζέπε Βέρντι, μια ακόμη διαδρομή μέσα από την οποία το έργο του πέρασε στη διεθνή πολιτιστική μνήμη.

Στον Ruy Blas (1838), ένα ακόμη από τα σημαντικότερα θεατρικά του έργα, ένας υπηρέτης εισέρχεται στον κόσμο της εξουσίας με ξένη ταυτότητα. Ο έρωτας, η πολιτική παρακμή και η κοινωνική καταγωγή συναντιούνται σε μια τραγωδία που εξετάζει ποιος θεωρείται άξιος να μιλήσει και να κυβερνήσει. Το ενδιαφέρον του για τους αποκλεισμένους αποκτούσε έτσι μορφή και στη σκηνή.

Η «Παναγία των Παρισίων» και η πόλη που έγινε μυθιστόρημα

Το 1831 κυκλοφόρησε το Notre-Dame de Paris, η Παναγία των Παρισίων. Η δράση τοποθετείται στο Παρίσι του 1482. Ο Κουασιμόδος, η Εσμεράλδα και ο αρχιδιάκονος Κλοντ Φρολό κινούνται σε έναν κόσμο όπου η επιθυμία, η θρησκευτική εξουσία, η κοινωνική απόρριψη και η βία διαπλέκονται.

Σελίδα τίτλου της Παναγίας των Παρισίων, με εικονογράφηση, σε έκδοση του 1831.
Εικονογραφημένη σελίδα της «Παναγίας των Παρισίων», σε έκδοση του 1831.

Ο καθεδρικός ναός λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από σκηνικό. Η αρχιτεκτονική διατηρεί ίχνη συλλογικής ζωής και γίνεται φορέας μνήμης. Ο Ουγκώ στρέφει την προσοχή του αναγνώστη στα κτίρια, στις αλλαγές και στις καταστροφές τους. Το μυθιστόρημα συνδέθηκε έτσι με το ευρύτερο ενδιαφέρον για την προστασία της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, χωρίς να μπορεί η αποκατάσταση ενός μνημείου να αποδοθεί αποκλειστικά σε ένα βιβλίο.

Η ιστορία εξετάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία κατασκευάζει το «τέρας». Η εξωτερική εμφάνιση του Κουασιμόδου δεν αποτελεί αξιόπιστο μέτρο της ηθικής του αξίας. Αντίστοιχα, η θεσμική θέση και η μόρφωση του Φρολό δεν τον προστατεύουν από την καταστροφική εμμονή. Η διαφορά ανάμεσα σε όσα φαίνονται και σε όσα πράττονται θα παραμείνει βασικό εργαλείο της μυθοπλασίας του Ουγκώ.

Ο φιλελληνισμός και το παιδί της κατεστραμμένης Χίου

Η συλλογή Les Orientales του 1829 συνέδεσε τη ρομαντική φαντασία με τη σύγχρονη ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελληνική Επανάσταση κατείχε σημαντική θέση σε αυτό το ενδιαφέρον. Ο Ουγκώ συμμετείχε, μέσα από την ποίηση, στο ευρωπαϊκό ρεύμα συμπαράστασης προς τους Έλληνες, μεταφέροντας στον αναγνώστη εικόνες καταστροφής, αγώνα και επιθυμίας για ελευθερία.

Στο ποίημα L’Enfant, γνωστό στα ελληνικά ως «Το Ελληνόπουλο», παρουσιάζει ένα παιδί ανάμεσα στα ερείπια της Χίου. Το ποίημα γράφτηκε το 1828 και εντάχθηκε στη συλλογή του επόμενου έτους. Η καταληκτική απάντηση του παιδιού μετατρέπει την αναμενόμενη παρηγοριά σε αίτημα για μέσα αντίστασης.

Το έργο δεν αποτελεί επιτόπια δημοσιογραφική μαρτυρία για τη σφαγή. Είναι ποιητική αντίδραση που αντλεί από ένα γεγονός ήδη καθοριστικό για την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Η διάκριση αυτή δεν μειώνει τη σημασία του. Δείχνει πώς ο Ουγκώ μπορούσε να μεταφέρει ένα πολιτικό ζήτημα στην κλίμακα μιας ανθρώπινης μορφής, δίνοντας στην ιστορική βία το πρόσωπο ενός παιδιού που έχει χάσει τον κόσμο του.

Η Ζυλιέτ Ντρουέ και η ιδιωτική ζωή πίσω από τη διασημότητα

Το 1833, κατά την περίοδο των παραστάσεων της Lucrèce Borgia, γνώρισε την ηθοποιό Ζυλιέτ Ντρουέ. Η σχέση τους διήρκεσε περίπου πενήντα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1883. Η Ντρουέ εγκατέλειψε τη θεατρική σταδιοδρομία της και οργάνωσε μεγάλο μέρος της ζωής της γύρω από τον συγγραφέα.

Ζωγραφικό πορτρέτο της ηθοποιού Ζυλιέτ Ντρουέ, μακροχρόνιας συντρόφου του Ουγκώ.
Η Ζυλιέτ Ντρουέ, που συνδέθηκε με τον Ουγκώ από το 1833 έως το 1883.

Τα χιλιάδες γράμματά της αποκαλύπτουν περισσότερα από μια αδιάκοπη ερωτική εξομολόγηση. Καταγράφουν καθημερινές συνθήκες, μετακινήσεις, δυσκολίες, ζήλιες και εργασία πάνω στα χειρόγραφα. Η συμμετοχή της ως αντιγραφέα και αναγνώστριας υπήρξε ουσιαστική. Στα χρόνια της εξορίας έζησε κοντά του και στήριξε την καθημερινότητα μέσα στην οποία παραγόταν το έργο.

Ο γάμος του με την Αντέλ δεν λύθηκε. Παράλληλα, υπήρξαν και άλλες ερωτικές σχέσεις, ανάμεσά τους εκείνη με τη Λεονί Μπιάρ, που προκάλεσε σκάνδαλο το 1845. Η ιδιωτική του ζωή δεν ακολουθούσε την απλότητα μιας επίσημης οικογενειακής εικόνας. Οι γυναίκες γύρω του είχαν δικές τους ανάγκες και επιλογές, αλλά ζούσαν σε κοινωνικές συνθήκες που τους πρόσφεραν διαφορετικές ελευθερίες από εκείνες ενός επιτυχημένου άνδρα με πολιτικό κύρος.

Ο πνιγμός της Λεοπολδίνης και το πένθος που άλλαξε την ποίησή του

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1843 η Λεοπολδίνη και ο σύζυγός της, Σαρλ Βακερί, πνίγηκαν στον Σηκουάνα, κοντά στο Βιλκιέ, όταν ανατράπηκε η βάρκα τους. Είχαν παντρευτεί τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς. Εκείνη ήταν μόλις δεκαεννέα ετών. Ο Ουγκώ βρισκόταν σε ταξίδι και πληροφορήθηκε τον θάνατό της από εφημερίδα.

Η μικρή Λεοπολδίνη Ουγκώ με ένα βιβλίο, σε πορτρέτο του Ογκίστ ντε Σατιγιόν από το 1835.
Η Λεοπολδίνη σε ηλικία έντεκα ετών, σε πορτρέτο του 1835. Πνίγηκε το 1843.

Η απουσία του από το γεγονός έγινε μέρος της οδύνης. Η καθημερινή συνέχεια είχε διακοπεί χωρίς εκείνος να το γνωρίζει: για κάποιες ημέρες ταξίδευε ακόμη σε έναν κόσμο όπου πίστευε ότι η κόρη του ζούσε. Η εμπειρία αυτή επανέρχεται στην ποίηση ως ρήγμα ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ανάμεσα στη μνήμη που επιμένει και στην πραγματικότητα που δεν επιδέχεται διόρθωση.

Η Λεοπολδίνη τάφηκε στο Βιλκιέ. Η επίσκεψη του πατέρα στον τάφο και η νοερή συνομιλία με τη νεκρή κόρη θα αποκτήσουν κεντρική θέση στις Ενατενίσεις. Το οικογενειακό αυτό πένθος δεν έμεινε κλεισμένο σε μια ιδιωτική ιστορία. Μετασχηματίστηκε σε ποίηση για την απώλεια, αναγνωρίσιμη σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν τίποτε για τις λεπτομέρειες της οικογένειας Ουγκώ.

Η Ακαδημία, η αναγνώριση και η είσοδος στους θεσμούς

Ο Ουγκώ εξελέγη στη Γαλλική Ακαδημία το 1841, ύστερα από προηγούμενες αποτυχημένες υποψηφιότητες. Η υποδοχή του έγινε στις 3 Ιουνίου. Η θεσμική αναγνώριση επιβεβαίωνε ότι ο συγγραφέας που είχε διχάσει το θεατρικό κοινό είχε πλέον αποκτήσει κεντρική θέση στη γαλλική πνευματική ζωή.

Το 1845 ο Λουδοβίκος Φίλιππος τον διόρισε ομότιμο της Γαλλίας, μέλος της Βουλής των Ομοτίμων. Ο ποιητής εισερχόταν έτσι άμεσα στην πολιτική εξουσία της Ιουλιανής Μοναρχίας. Οι παρεμβάσεις του αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα των δημιουργών, κοινωνικά ζητήματα και την ποινική δικαιοσύνη.

Η διαδρομή από τον θρόνο προς τη Δημοκρατία ήταν ακόμη σε εξέλιξη. Δεν εγκατέλειψε μονομιάς κάθε προηγούμενο δεσμό ούτε ταυτίστηκε εξαρχής με τις πιο ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις. Η σημασία της μετέπειτα στάσης του γίνεται καθαρότερη όταν θυμόμαστε ότι είχε ήδη τιμηθεί από την εξουσία την οποία θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει. Η εξορία θα ακολουθούσε μια περίοδο κοινωνικής ανόδου, όχι μια ζωή μόνιμης περιθωριοποίησης.

Ο αγώνας ενάντια στη θανατική ποινή

Η αντίθεση του Ουγκώ στη θανατική ποινή προηγείται της πολιτικής του εξορίας. Στο Η τελευταία ημέρα ενός καταδίκου (1829) επέλεξε να παρακολουθήσει την αναμονή της εκτέλεσης μέσα από τη συνείδηση του ανθρώπου που πρόκειται να πεθάνει. Το έγκλημα δεν αποτελεί το βασικό αφηγηματικό θέαμα· το βάρος πέφτει στην οργανωμένη προετοιμασία του θανάτου.

Στο Claude Gueux (1834) συνδέει τη βία με την κοινωνική εγκατάλειψη και την έλλειψη παιδείας. Η κριτική του δεν αρνείται ότι υπάρχουν εγκλήματα. Αμφισβητεί την πεποίθηση ότι η κοινωνία διορθώνει την αδικία όταν αφαιρεί τελετουργικά μια ανθρώπινη ζωή. Η ευθύνη μετακινείται και προς τους θεσμούς που έχουν προηγηθεί της καταδίκης.

Αργότερα υπερασπίστηκε την κατάργηση από το κοινοβουλευτικό βήμα και παρενέβη για συγκεκριμένους καταδικασμένους, μέσα και έξω από τη Γαλλία. Η σταθερότητα αυτού του αγώνα τον διαφοροποιεί από τις μεταβολές άλλων πολιτικών του επιλογών. Ο συγγραφέας, ο βουλευτής και ο εξόριστος συναντιούνται εδώ στην ίδια θέση: η δικαιοσύνη δεν πρέπει να εξαντλείται στην εξουσία του κράτους να σκοτώνει.

Το 1848, η κοινωνική αθλιότητα και η πολιτική μεταστροφή

Η Επανάσταση του 1848 ανέτρεψε τη μοναρχία. Ο Ουγκώ πέρασε από την υπεράσπιση μιας λύσης αντιβασιλείας στην αποδοχή της Δημοκρατίας και εξελέγη βουλευτής. Αρχικά βρισκόταν κοντά στη συντηρητική πλευρά και υποστήριξε την υποψηφιότητα του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη για την προεδρία.

Η στάση του απέναντι στις κοινωνικές συγκρούσεις δεν υπήρξε απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Το 1848 αντιμετώπιζε με δυσπιστία τα εθνικά εργαστήρια και τις σοσιαλιστικές προτάσεις και δεν ταυτίστηκε με τους εξεγερμένους εργάτες. Σταδιακά όμως συγκρούστηκε με την αυξανόμενη καταστολή, τους περιορισμούς της καθολικής ψηφοφορίας και την επίθεση στις πολιτικές ελευθερίες.

Στις 9 Ιουλίου 1849 εκφώνησε τον περίφημο λόγο για την καταπολέμηση της αθλιότητας. Περιέγραφε οικογένειες που ζούσαν σε απάνθρωπες συνθήκες μέσα στο Παρίσι και ζητούσε να αντιμετωπιστεί η δυστυχία ως δημόσια ευθύνη. Η φτώχεια δεν εμφανιζόταν ως φυσική ιδιότητα ορισμένων ανθρώπων. Γινόταν πολιτικό πρόβλημα που απαιτούσε δράση και όχι απλώς περιστασιακή συγκίνηση.

Το πραξικόπημα του 1851 και η φυγή από τη Γαλλία

Στις 2 Δεκεμβρίου 1851 ο Λουδοβίκος Ναπολέων πραγματοποίησε πραξικόπημα. Ο Ουγκώ προσπάθησε να οργανώσει αντίσταση και βρέθηκε σε άμεσο κίνδυνο. Έφυγε από το Παρίσι προς τις Βρυξέλλες τον Δεκέμβριο, με διαβατήριο που έφερε άλλο όνομα. Άρχιζε μια εξορία που θα διαρκούσε έως το 1870.

Ο πρώην υποστηρικτής του προέδρου έγινε ένας από τους πιο επίμονους αντιπάλους του. Μετά την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, ο Ναπολέων Γ΄ απέκτησε απέναντί του έναν συγγραφέα με διεθνές ακροατήριο και ιδιαίτερη ικανότητα πολιτικής σάτιρας. Το Napoléon le Petit («Ναπολέων ο Μικρός», 1852) αποτύπωσε αυτή τη σύγκρουση με οξύτητα.

Η εξορία είχε πρακτικές συνέπειες για ολόκληρη την οικογένεια: μετακινήσεις, διάλυση του παρισινού σπιτιού, αναδιοργάνωση της καθημερινότητας και αβεβαιότητα για το πού θα μπορούσαν να παραμείνουν. Είχε όμως και μια πολιτική λειτουργία. Ο Ουγκώ μπορούσε πλέον να μιλά ως άνθρωπος που είχε απομακρυνθεί από τη χώρα του επειδή αρνήθηκε να αποδεχτεί τη νομιμότητα του νέου καθεστώτος.

Το Τζέρζι: πολιτικοί πρόσφυγες, φωτογραφίες και πνευματιστικές αναζητήσεις

Το 1852 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Τζέρζι, στο σπίτι Marine Terrace. Γύρω του βρίσκονταν και άλλοι πολιτικοί εξόριστοι. Οι συζητήσεις, οι αλληλογραφίες και οι εκδόσεις συνέχιζαν τη σύγκρουση με το γαλλικό καθεστώς από απόσταση. Η θάλασσα χώριζε τον συγγραφέα από τη Γαλλία, αλλά δεν τον αποσυνέδεε από την επικαιρότητά της.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ διαβάζει μπροστά σε πέτρινο τοίχο στο Τζέρζι, σε φωτογραφία του Ογκίστ Βακερί.
Ο Ουγκώ στο Τζέρζι το 1853, φωτογραφημένος από τον Ογκίστ Βακερί.

Ο γιος του Σαρλ και ο Ογκίστ Βακερί ασχολήθηκαν εντατικά με τη φωτογραφία. Τα πορτρέτα του Ουγκώ, οι βράχοι και οι σκηνές ανάγνωσης διαμόρφωσαν μια ισχυρή δημόσια εικόνα του εξόριστου. Η φωτογραφία λειτουργούσε ως οικογενειακή καταγραφή, καλλιτεχνικό πείραμα και τρόπος παρουσίας ενός ανθρώπου που το καθεστώς ήθελε μακριά από τη δημόσια ζωή της πατρίδας του.

Την ίδια περίοδο συμμετείχε σε πνευματιστικές συνεδρίες με τα λεγόμενα «ομιλούντα τραπέζια». Η αναζήτηση συνδεόταν με το πένθος και με μεταφυσικά ερωτήματα που διατρέχουν την ποίησή του. Πρόκειται για ιστορικά καταγεγραμμένες πρακτικές και πεποιθήσεις της εποχής, όχι για τεκμήρια επικοινωνίας με τους νεκρούς. Η διερεύνηση του αόρατου μπορούσε να συνυπάρχει με την πολύ συγκεκριμένη πολιτική δράση.

Το Γκέρνζι και το σπίτι που έγινε έργο του Ουγκώ

Το 1855 απελάθηκε από το Τζέρζι, μέσα στο κλίμα αντιδράσεων των εξόριστων για την προσέγγιση της Βρετανίας με τον Ναπολέοντα Γ΄. Εγκαταστάθηκε στο Γκέρνζι, επίσης νησί της Μάγχης. Το 1856 αγόρασε το Hauteville House, χάρη στα έσοδα από τις Ενατενίσεις. Ήταν η μοναδική κατοικία που απέκτησε ως ιδιοκτησία του.

Η πρόσοψη του Hauteville House στο Γκέρνζι, όπως φαίνεται από τον κήπο.
Το Hauteville House, η κατοικία του Ουγκώ στο Γκέρνζι, από τον κήπο.

Ο Ουγκώ συμμετείχε ο ίδιος στη διαμόρφωση της διακόσμησης, των επίπλων και των επιγραφών. Το σπίτι γέμισε συμβολισμούς και οπτικές αναφορές στις ιδέες του. Στον φωτεινό χώρο εργασίας ψηλά, το Lookout, μπορούσε να γράφει με θέα προς τη θάλασσα. Η κατοικία δεν ήταν απλώς καταφύγιο. Αποτελούσε και μια μορφή προσωπικής καλλιτεχνικής σύνθεσης.

Ο φωτεινός χώρος εργασίας Lookout στην κορυφή του Hauteville House, με μεγάλα παράθυρα προς τη θάλασσα.
Το Lookout, ο χώρος εργασίας του Ουγκώ με θέα στη θάλασσα.

Η εξορία δεν σήμαινε διαρκή απομόνωση ή υλική εξαθλίωση. Υπήρχαν οικογένεια, συνεργάτες, επισκέπτες, ταξίδια και έσοδα από τα βιβλία. Η απώλεια αφορούσε κυρίως τη δυνατότητα να ζει ελεύθερα στην πατρίδα του χωρίς πολιτική συνθηκολόγηση. Το 1859, όταν προσφέρθηκε αμνηστία, αρνήθηκε να επιστρέψει όσο διατηρούνταν το αυτοκρατορικό καθεστώς. Η παραμονή εκτός Γαλλίας έγινε πλέον και συνειδητή δημόσια επιλογή.

Οι «Τιμωρίες» και η ποίηση ως πολιτική επίθεση

Η συλλογή Les Châtiments (1853) αποτέλεσε ένα από τα πιο ισχυρά λογοτεχνικά όπλα του εναντίον του Ναπολέοντα Γ΄. Ο Ουγκώ αξιοποίησε διαφορετικούς τόνους: ειρωνεία, σαρκασμό, αγανάκτηση και προφητική καταγγελία. Η ποίηση μπορούσε να εκθέτει την απόσταση ανάμεσα στη μεγαλοπρέπεια που διεκδικούσε η εξουσία και στη βία πάνω στην οποία στηριζόταν.

Ο αντίπαλος δεν ήταν μόνο ένα πρόσωπο. Ήταν και ένα σύστημα κολακείας, φόβου και δημόσιου ψεύδους. Η πολιτική του γλώσσα επιδίωκε να δυσκολέψει την κανονικοποίηση του πραξικοπήματος: να κρατήσει ζωντανή την ανάμνηση των γεγονότων και να αμφισβητήσει την εικόνα μιας αυτονόητης, σταθερής τάξης.

Η δύναμη αυτών των ποιημάτων συνδέεται με τη θέση του ομιλητή. Ο εξόριστος παρουσιάζεται ως φωνή που εξακολουθεί να απευθύνεται στην πατρίδα του ακόμη και όταν δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί. Αυτή η μορφή αντίστασης συνέβαλε στη μετέπειτα δημόσια αναγνώρισή του. Όταν επέστρεψε, το 1870, δεν υποδέχθηκαν μόνο τον δημιουργό γνωστών βιβλίων, αλλά και τον άνθρωπο που είχε επιμείνει επί χρόνια στην άρνησή του.

Διαφορετική κλίμακα αποκτά η ιστορική φαντασία στον Θρύλο των αιώνων — La Légende des siècles, του οποίου η πρώτη σειρά εκδόθηκε το 1859 και ακολούθησαν νέες σειρές. Μέσα από ποιητικές σκηνές και πρόσωπα διαφορετικών εποχών, ο Ουγκώ επιχείρησε μια ευρεία αφήγηση της ανθρώπινης πορείας. Η πίστη στην πρόοδο συνυπάρχει με την επίγνωση της βίας και του κακού, σε μια σύνθεση που αποτελεί κεντρικό μέρος της ποιητικής κληρονομιάς του.

Οι «Ενατενίσεις» και η μνήμη της Λεοπολδίνης

Οι Les Contemplations, οι Ενατενίσεις, κυκλοφόρησαν το 1856. Η συλλογή οργανώνει μια ποιητική διαδρομή που χωρίζεται σε ένα «άλλοτε» και ένα «σήμερα», με τον θάνατο της Λεοπολδίνης να αποτελεί το βαθύ ρήγμα. Η αγάπη, η φύση, η οικογενειακή μνήμη και τα μεταφυσικά ερωτήματα συνυπάρχουν μέσα σε μια ευρύτερη ιστορία της εσωτερικής ζωής.

Στο περίφημο Demain, dès l’aube…, η πορεία προς έναν αγαπημένο άνθρωπο αποκαλύπτεται ως επίσκεψη στον τάφο. Η συγκίνηση προκύπτει από την απλότητα της κίνησης και από τη σταδιακή αποκάλυψη του προορισμού. Ο θρήνος δεν χρειάζεται πάντα να υψώνει τη φωνή. Μπορεί να βρίσκεται στην απόφαση να συνεχίσει κάποιος να κάνει μια διαδρομή προς εκείνον που έχει χαθεί.

Η συλλογή περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από ποιήματα για την κόρη του. Το πένθος ανοίγει ερωτήματα για τον χρόνο, την ύπαρξη και τα όρια της γνώσης. Η ποίηση γίνεται χώρος όπου η απώλεια δεν αναιρείται, αλλά μπορεί να αποκτήσει μορφή. Η εμπορική επιτυχία του βιβλίου επέτρεψε την αγορά του Hauteville House, συνδέοντας με ιδιαίτερο τρόπο το έργο της μνήμης με τη νέα κατοικία της εξορίας.

Οι «Άθλιοι»: ένα μυθιστόρημα που ωρίμασε επί χρόνια

Οι Les Misérables, οι Άθλιοι, κυκλοφόρησαν το 1862, αλλά η συγγραφή τους είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Ο Ουγκώ δούλευε από το 1845 ένα έργο με τίτλο Les Misères. Η εργασία διακόπηκε μέσα στις πολιτικές αναταράξεις του 1848 και ξανάρχισε συστηματικά στην εξορία, το 1860. Το τελικό βιβλίο κουβαλούσε επομένως εμπειρίες και σκέψεις από διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Η απόσταση από τη Γαλλία δεν απομάκρυνε τον συγγραφέα από την κοινωνία της. Του επέτρεψε να ξανακοιτάξει τη φτώχεια, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση και τις πολιτικές συγκρούσεις μέσα σε μια τεράστια μυθιστορηματική σύνθεση. Το Παρίσι, οι δρόμοι, τα μοναστήρια, οι φυλακές και οι υπόνομοί του έγιναν μέρη ενός κόσμου όπου οι προσωπικές αποφάσεις συνδέονται διαρκώς με τους κοινωνικούς θεσμούς.

Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Δεν το υποδέχθηκαν όλοι οι κριτικοί με θαυμασμό. Η έκτασή του, οι παρεκβάσεις και η ηθική ένταση της αφήγησης δίχασαν τους αναγνώστες. Ωστόσο, η δυνατότητά του να κάνει την κοινωνική εγκατάλειψη προσωπική ιστορία τού εξασφάλισε μια εξαιρετικά μακρά ζωή, μέσα από μεταφράσεις, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές μεταφορές και μουσικό θέατρο.

Ο Γιάννης Αγιάννης, η Τιτίκα και το ερώτημα της δικαιοσύνης

Στο κέντρο των Αθλίων βρίσκεται ο Ζαν Βαλζάν, γνωστός στην ελληνική αναγνωστική παράδοση ως Γιάννης Αγιάννης. Η φυλάκισή του ξεκινά από την κλοπή ενός ψωμιού και παρατείνεται εξαιτίας αποπειρών απόδρασης. Όταν ελευθερώνεται, συναντά μια κοινωνία που εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει ως κατάδικο. Η πράξη εμπιστοσύνης του επισκόπου Μυριήλ ανοίγει τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής.

Η μικρή Τιτίκα κρατά μια μεγάλη σκούπα, σε σχέδιο του Εμίλ Μπαγιάρ για τους Αθλίους.
Η Τιτίκα σε σχέδιο του Εμίλ Μπαγιάρ για τους «Αθλίους». Το μουσείο το χρονολογεί στο 1879–1880.

Απέναντί του ο Ιαβέρης εκπροσωπεί την αφοσίωση σε έναν νόμο που θεωρείται απόλυτος. Η Φαντίνα, η κόρη της Κοζέτ —η Τιτίκα—, ο Μάριος και ο Γαβριάς φωτίζουν διαφορετικές μορφές ευαλωτότητας και αντίστασης. Ο Ουγκώ δεν καταγράφει απλώς τη δυστυχία. Εξετάζει πώς οι προκαταλήψεις, η εκμετάλλευση και η αδιαφορία μπορούν να την παράγουν και να την αναπαράγουν.

Τα οδοφράγματα του μυθιστορήματος συνδέονται με τη δημοκρατική εξέγερση του Ιουνίου του 1832 στο Παρίσι, όχι με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 ή την επανάσταση του 1848. Αυτή η διάκριση έχει σημασία, επειδή η ιστορία του έργου συχνά συμπτύσσεται σε μια αόριστη «γαλλική επανάσταση». Η ηθική του δύναμη, πάντως, ξεπερνά το συγκεκριμένο επεισόδιο: ένας άνθρωπος δεν εξαντλείται στην καταδίκη του και η δικαιοσύνη χρειάζεται να λογαριάζει την ανθρώπινη ζωή.

Η θάλασσα, ο άνθρωπος που γελά και η Επανάσταση

Η εξορία γέννησε και άλλα μεγάλα πεζογραφικά έργα. Στους Εργάτες της θάλασσας (1866), το Γκέρνζι και ο θαλάσσιος κόσμος του αποκτούν κεντρική θέση. Ο αγώνας του Ζιλιά με τα στοιχεία της φύσης είναι ταυτόχρονα δοκιμασία εργασίας, επιμονής και μοναξιάς. Η θάλασσα δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό, αλλά ως δύναμη που ξεπερνά τις ανθρώπινες επιθυμίες.

Στον Άνθρωπο που γελά (1869), η παραμορφωμένη όψη του Γκουίνπλεϊν οδηγεί σε μια άλλη διερεύνηση του κοινωνικού βλέμματος. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε θέαμα και η κοινωνία δυσκολεύεται να δει την οδύνη πίσω από την εικόνα που την ψυχαγωγεί. Η υπερβολή και το γκροτέσκο, τόσο σημαντικά στη ρομαντική αισθητική του Ουγκώ, αποκτούν εδώ οξύ κοινωνικό περιεχόμενο.

Το Ενενήντα τρία (1874), γραμμένο μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, στρέφεται στην επαναστατική σύγκρουση του 1793. Η πίστη σε μια ιδέα, το καθήκον και η ανθρώπινη συμπόνια δοκιμάζονται σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Από τον μεσαιωνικό ναό έως τις φυλακές, τη θάλασσα και την επαναστατημένη χώρα, ο Ουγκώ αναζητούσε καταστάσεις όπου ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με δυνάμεις μεγαλύτερες από τον ίδιο.

Το όραμα της ειρήνης και οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης»

Στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού, το 1849, ο Ουγκώ μίλησε για μια εποχή κατά την οποία οι ευρωπαϊκοί λαοί θα μπορούσαν να συνυπάρχουν μέσα σε μια ευρύτερη πολιτική ένωση. Η έκφραση «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» συνδέθηκε με αυτή την προοπτική: οι διαφορές θα λύνονταν μέσα από θεσμούς και διάλογο, αντί να μετατρέπονται αναπόφευκτα σε πόλεμο.

Δεν περιέγραφε τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε κατέθετε ένα πλήρες σχέδιο των σημερινών θεσμών της. Εξέφραζε ένα δημοκρατικό και ειρηνιστικό όραμα του 19ου αιώνα. Η σημασία του βρίσκεται στην προσπάθεια να φανταστεί πολιτική συνεργασία πέρα από την αντιπαλότητα των κρατών, σε μια ήπειρο που είχε γνωρίσει επαναστάσεις και αλλεπάλληλους πολέμους.

Η δημόσια παρέμβασή του ξεπερνούσε επίσης τα γαλλικά σύνορα. Πήρε θέση υπέρ διωκομένων και εναντίον εκτελέσεων, αξιοποιώντας τη φήμη του για να απευθύνει εκκλήσεις σε κυβερνήσεις και κοινωνίες. Η λογοτεχνική αναγνώριση είχε γίνει ένα μέσο πολιτικής πίεσης. Αυτό δεν καθιστά κάθε κρίση του αλάνθαστη, εξηγεί όμως γιατί η μορφή του απέκτησε διεθνές κύρος πέρα από τον κόσμο των βιβλίων.

Ο Ουγκώ ως σχεδιαστής και δημιουργός εικόνων

Δίπλα στη συγγραφή υπήρχε μια πλούσια εικαστική δραστηριότητα. Ο Ουγκώ άφησε σχέδια με μελάνι, πλύσεις, σκιές και πειραματικές επιφάνειες. Κάστρα, γέφυρες, θαλασσινά τοπία και φανταστικές αρχιτεκτονικές μορφές εμφανίζονται σε εικόνες που συχνά μοιάζουν να γεννιούνται από το ίδιο το υλικό τους.

Σχέδιο του Βίκτωρα Ουγκώ με μεγάλα διακοσμητικά αρχικά πάνω από την κατοικία Marine Terrace.
Το Marine Terrace σε σχέδιο του ίδιου του Ουγκώ, το 1855.

Τα σχέδια δεν είναι όλα εικονογραφήσεις συγκεκριμένων βιβλίων. Πολλά αποτελούν αυτόνομες αναζητήσεις, όπου μια κηλίδα μπορεί να γίνει τοπίο και το σκοτάδι να αποκτήσει αρχιτεκτονική μορφή. Η σχέση τους με τη γραφή βρίσκεται περισσότερο στη φαντασία, στην κλίμακα και στην έλξη προς το αινιγματικό παρά σε μια απλή αντιστοίχιση εικόνας και παραγράφου.

Αυτή η πλευρά της δημιουργίας του βοηθά να κατανοήσουμε και το Hauteville House. Ο Ουγκώ ενδιαφερόταν για τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις, τα αντικείμενα και οι εικόνες οργανώνουν έναν ολόκληρο κόσμο. Η κατοικία, το σχέδιο, το ποίημα και το μυθιστόρημα αποτελούσαν διαφορετικούς τρόπους να δώσει μορφή στις ίδιες μεγάλες ανησυχίες.

Η επιστροφή στη Γαλλία και η πολιορκία του Παρισιού

Η Δεύτερη Αυτοκρατορία κατέρρευσε μέσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1870 ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία και την επόμενη ημέρα, 5 Σεπτεμβρίου, ο Ουγκώ επέστρεψε στο Παρίσι. Η απουσία του είχε κρατήσει σχεδόν δεκαεννέα χρόνια. Η υποδοχή ένωσε την αναγνώριση του συγγραφέα με τον σεβασμό προς τον πολιτικό εξόριστο.

Δεν επέστρεφε σε μια χώρα που είχε βρει ηρεμία. Το Παρίσι πολιορκήθηκε και οι κάτοικοί του βρέθηκαν αντιμέτωποι με στερήσεις, φόβο και αβεβαιότητα. Ο Ουγκώ έζησε αυτή την εμπειρία και παρακολούθησε τη διάψευση των ελπίδων που είχε γεννήσει η πτώση του αυτοκρατορικού καθεστώτος.

Στην ποιητική συλλογή L’Année terrible (1872), η εθνική ήττα και η εσωτερική σύγκρουση γίνονται υλικό μιας σκληρής αποτίμησης. Η επιστροφή δεν αποτελεί απλό ευτυχισμένο τέλος της εξορίας. Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, στο οποίο η δημοκρατική πίστη δοκιμάζεται από τον πόλεμο και τη βία ανάμεσα στους ίδιους τους Γάλλους.

Η Κομμούνα, οι διωκόμενοι και η διεκδίκηση της αμνηστίας

Το 1871 ο Ουγκώ εξελέγη στην Εθνοσυνέλευση, αλλά παραιτήθηκε σύντομα. Η χρονιά σημαδεύτηκε από την Παρισινή Κομμούνα και την αιματηρή καταστολή της. Η στάση του δεν χωρά εύκολα σε μια απόλυτη ταύτιση με κάποια από τις αντιμαχόμενες πλευρές: διαφώνησε με πράξεις της Κομμούνας και καταδίκασε τη σκληρότητα των διώξεων που ακολούθησαν.

Όταν βρισκόταν στις Βρυξέλλες, δήλωσε ότι το σπίτι του θα μπορούσε να προσφέρει άσυλο σε διωκόμενους. Η τοποθέτηση προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις και η βελγική κυβέρνηση τον απέλασε. Ο συγγραφέας που είχε επιστρέψει θριαμβευτικά στη Γαλλία βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με την κρατική εξουσία, αυτή τη φορά επειδή υπερασπιζόταν το δικαίωμα προστασίας ανθρώπων που είχαν ηττηθεί.

Ως γερουσιαστής από το 1876, συνέχισε να υποστηρίζει την αμνηστία των Κομμουνάρων. Η θέση του συνδεόταν με μια ευρύτερη αντίληψη για τη Δημοκρατία: η σταθερότητά της δεν μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο στην τιμωρία των αντιπάλων της. Η υπεράσπιση της ζωής και η δυνατότητα επανένταξης παρέμεναν βασικά ζητήματα, όπως ακριβώς και στα λογοτεχνικά του έργα.

Οι τελευταίες οικογενειακές απώλειες και η ζωή ως παππούς

Η σύζυγός του, Αντέλ Φουσέ, πέθανε το 1868 στις Βρυξέλλες και ενταφιάστηκε στο Βιλκιέ. Ακολούθησαν οι θάνατοι του γιου του Σαρλ το 1871 και του Φρανσουά-Βικτόρ το 1873. Από τα πέντε παιδιά του, τέσσερα πέθαναν πριν από εκείνον. Η μικρότερη κόρη του, Αντέλ, που αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και επέστρεψε στη Γαλλία το 1872, έζησε έως το 1915.

Οι ιστορίες αυτές συχνά παρουσιάζονται ως μια αδιάκοπη αλυσίδα τραγωδιών. Η πραγματική οικογενειακή ζωή περιλάμβανε επίσης δεσμούς, φροντίδα, καθημερινές συνήθειες και νέες γενιές. Τα παιδιά του Σαρλ, ο Ζορζ και η Ζαν, έδωσαν στον Ουγκώ μια ιδιαίτερη θέση ως παππού και έγιναν κεντρικά πρόσωπα της ύστερης ζωής του.

Εικονογράφηση του Ουγκώ με τα εγγόνια του Ζαν και Ζορζ, δημοσιευμένη στο περιοδικό The Graphic το 1885.
Ο Ουγκώ με τα εγγόνια του, σε εικονογράφηση που δημοσιεύτηκε το 1885.

Η συλλογή L’Art d’être grand-père (1877), η Τέχνη να είσαι παππούς, αποτυπώνει την τρυφερότητα και την προσοχή του προς την παιδική ηλικία. Η μεγάλη δημόσια φωνή μπορούσε να στραφεί στις μικρές κινήσεις ενός παιδιού. Η συνύπαρξη αυτής της οικειότητας με το πένθος και την πολιτική δράση δείχνει πόσο περιοριστική θα ήταν μια εικόνα του μόνο ως αυστηρού, προφητικού γέροντα.

Από συγγραφέας σε ζωντανό εθνικό σύμβολο

Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, ο Ουγκώ γνώρισε μια μορφή δημόσιας αναγνώρισης που ξεπερνούσε τη συνηθισμένη λογοτεχνική φήμη. Το 1881, με αφορμή τα 79α γενέθλιά του και την είσοδό του στο ογδοηκοστό έτος, οργανώθηκε μεγάλη λαϊκή εκδήλωση. Στις 27 Φεβρουαρίου πλήθος πέρασε μπροστά από την κατοικία του. Η λεωφόρος όπου ζούσε πήρε το όνομά του ενώ ήταν ακόμη εν ζωή.

Η διευκρίνιση της ηλικίας είναι χρήσιμη: οι εορτασμοί του 1881 αναφέρονται συχνά χαλαρά ως εορτασμοί των «ογδόντα χρόνων», αλλά ο συγγραφέας είχε γεννηθεί το 1802. Η τιμή συνδεόταν με την έναρξη της ογδοηκοστής χρονιάς του και με τη δημόσια θέση που είχε ήδη αποκτήσει.

Το 1878, ένα πρόβλημα υγείας τον οδήγησε ξανά στο Γκέρνζι για ανάπαυση. Παρέμενε, ωστόσο, μια ισχυρή παρουσία στη συλλογική ζωή. Ο θάνατος της Ζυλιέτ Ντρουέ, στις 11 Μαΐου 1883, έκλεισε έναν δεσμό περίπου πενήντα χρόνων. Η προσωπική του ζωή έχανε σταδιακά τους ανθρώπους που είχαν συνοδεύσει τη μακρά διαδρομή του.

Η τελευταία ασθένεια: τι γνωρίζουμε για την αιτία του θανάτου

Στα μέσα Μαΐου του 1885, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Οι ιστορικές αναφορές μιλούν για «πνευμονική συμφόρηση», congestion pulmonaire, με έναρξη της τελευταίας ασθένειας στις 15 Μαΐου. Ιατρικά ανακοινωθέντα και δημοσιεύματα παρακολουθούσαν την εξέλιξη, καθώς η αγωνία για τον συγγραφέα είχε γίνει δημόσιο γεγονός.

Η συγκεκριμένη διατύπωση ανήκει στην ιατρική γλώσσα της εποχής. Σε νεότερες συνοπτικές βιογραφίες συναντάται και ο όρος «πνευμονία». Για μια προσεκτική ιστορική καταγραφή, ασφαλέστερη είναι η αναφορά στην πνευμονική συμφόρηση όπως παραδίδεται από τις σχετικές πηγές, χωρίς να μετατρέπεται αυτομάτως σε λεπτομερή σύγχρονη διάγνωση.

Η αναμονή έξω από την κατοικία του και η διάδοση των ειδήσεων έδειχναν ότι ο επικείμενος θάνατος δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως οικογενειακή υπόθεση. Για πολλούς ανθρώπους ο Ουγκώ είχε γίνει πρόσωπο μέσα από το οποίο μπορούσαν να εκφραστούν η δημοκρατική πίστη, η λογοτεχνική υπερηφάνεια και η μνήμη των συγκρούσεων του αιώνα.

22 Μαΐου 1885: ο θάνατος του Βίκτωρα Ουγκώ

Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου 1885, στην κατοικία του στη λεωφόρο Βικτόρ-Ουγκώ, στο Παρίσι. Ήταν 83 ετών. Η ζωή που είχε αρχίσει στην εποχή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη τελείωνε μέσα στην Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία, έχοντας διασχίσει αυτοκρατορίες, μοναρχίες, επαναστάσεις και εξορίες.

Η είδηση προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στη Γαλλία και μεγάλο ενδιαφέρον στο εξωτερικό. Η οικογένεια έχανε τον πατέρα και τον παππού της. Το αναγνωστικό κοινό έχανε έναν δημιουργό του οποίου οι ήρωες είχαν εισχωρήσει στην καθημερινή γλώσσα. Η Δημοκρατία έχανε μια μορφή που μπορούσε να συνδέσει την πολιτική της νομιμοποίηση με την τέχνη και την ηθική παρέμβαση.

Το κεφάλι του Βίκτωρα Ουγκώ στη νεκρική κλίνη, σε φωτογραφία του Ναντάρ.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ στη νεκρική κλίνη, φωτογραφημένος από τον Ναντάρ το 1885.

Η φωτογραφική αποτύπωση της νεκρικής του κλίνης από τον Ναντάρ ανήκει στα τεκμήρια εκείνων των ημερών. Η εικόνα διατηρεί τη σιωπή ενός ιδιωτικού χώρου, την ίδια στιγμή που ο θάνατος μετατρέπεται σε εθνικό γεγονός. Από αυτή τη στιγμή και μετά, η μνήμη του Ουγκώ θα οργανωνόταν μέσα από τελετές, μνημεία, εκδόσεις και δημόσιες αφηγήσεις.

Η διαθήκη και η απόφαση για εθνική κηδεία

Σε κείμενο τελευταίων επιθυμιών που είχε παραδώσει το 1883, ο Ουγκώ όριζε να δοθούν 50.000 φράγκα στους φτωχούς και ζητούσε να μεταφερθεί με τη νεκροφόρα των απόρων. Αρνιόταν τις εκκλησιαστικές νεκρώσιμες τελετές, ζητούσε μια προσευχή και δήλωνε την πίστη του στον Θεό. Η στάση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με απλή δήλωση αθεΐας.

Οι επιθυμίες του εξέφραζαν την απόσταση που κρατούσε από την εκκλησιαστική εξουσία και συγχρόνως μια προσωπική μεταφυσική πίστη. Η επιλογή της απλής νεκροφόρας αποκτούσε και κοινωνικό νόημα: ο δημιουργός των Αθλίων ζητούσε να συνδεθεί στην τελευταία του διαδρομή με τους ανθρώπους που δεν διέθεταν πλούτο ή επίσημο κύρος.

Η πολιτεία αποφάσισε να οργανώσει εθνική κηδεία και να τον ενταφιάσει στο Πάνθεον. Για να γίνει αυτό, το μνημείο, που λειτουργούσε τότε ξανά ως εκκλησία, αποδόθηκε στη λαϊκή του αποστολή ως χώρος τιμής των μεγάλων προσωπικοτήτων. Η ταφή του Ουγκώ έγινε καθοριστικό γεγονός για τον σύγχρονο χαρακτήρα του Πανθέου.

Η αγρυπνία στην Αψίδα του Θριάμβου

Στις 31 Μαΐου 1885, η σορός του εκτέθηκε κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου. Ένα επιβλητικό νεκρικό βάθρο, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ, μετέτρεψε το μνημείο σε τόπο δημόσιας αγρυπνίας. Μαύρα υφάσματα, σημαίες, στεφάνια και η οργάνωση του χώρου έδωσαν στην τελετή μια κλίμακα που ξεπερνούσε κατά πολύ μια συνηθισμένη κηδεία.

Το νεκρικό βάθρο του Βίκτωρα Ουγκώ κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, με πένθιμο διάκοσμο.
Το νεκρικό βάθρο κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, στις 31 Μαΐου 1885.

Το σημείο είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Ένα μνημείο συνδεδεμένο με τη στρατιωτική δόξα φιλοξενούσε τώρα την τιμή προς έναν ποιητή. Η δημόσια μεγαλοπρέπεια μπορούσε να υπηρετήσει τη λογοτεχνία και την πολιτική μνήμη. Η αντίθεση ανάμεσα στο τεράστιο τελετουργικό πλαίσιο και στην επιθυμία για απλή μεταφορά της σορού έδωσε στην εκδήλωση έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς της συμβολισμούς.

Πλήθη προσέρχονταν στη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας. Η αγρυπνία κράτησε έως το πρωί της επομένης. Δεν πρέπει να συγχέεται με την ημερομηνία του θανάτου ή με την τελική ταφή: ο Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου, η μεγάλη δημόσια έκθεση στην Αψίδα έγινε στις 31 Μαΐου και η κηδεία στο Πάνθεον την 1η Ιουνίου.

1η Ιουνίου 1885: η Γαλλία αποχαιρετά τον συγγραφέα

Την 1η Ιουνίου 1885, η νεκρική πομπή ξεκίνησε από την Αψίδα του Θριάμβου προς το Πάνθεον. Μετά τους επίσημους λόγους, η σορός μεταφέρθηκε με την απλή νεκροφόρα που είχε ζητήσει. Γύρω της, όμως, εκτυλισσόταν μια από τις μεγαλύτερες δημόσιες τελετές της γαλλικής ιστορίας του 19ου αιώνα.

Ιστορική φωτογραφία του συγκεντρωμένου πλήθους μπροστά στο Πάνθεον κατά την κηδεία του Ουγκώ.
Πλήθος μπροστά στο Πάνθεον κατά την εθνική κηδεία της 1ης Ιουνίου 1885.

Αντιπροσωπείες, σύλλογοι, εργαζόμενοι, μαθητές, επίσημοι και άνθρωποι χωρίς θεσμική ιδιότητα συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν από τους δρόμους. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου δύο εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ ορισμένες πηγές αναφέρουν ακόμη περισσότερους. Πρόκειται για εκτίμηση της προσέλευσης και όχι για ακριβή καταμέτρηση. Το ουσιώδες είναι η ασυνήθιστα μεγάλη κλίμακα της λαϊκής συμμετοχής.

Το εθνικό πένθος δεν σημαίνει ότι ο Ουγκώ είχε πάψει να προκαλεί διαφωνίες. Η σχέση του με την Εκκλησία, η πολιτική του πορεία και ο δημοκρατικός χαρακτήρας της τελετής είχαν σαφές ιδεολογικό βάρος. Η κηδεία έδειξε, ωστόσο, ότι το έργο και η δημόσια παρουσία του μπορούσαν να κινητοποιήσουν ένα εξαιρετικά ευρύ κοινό. Το πλήθος αποχαιρετούσε έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα συμμετείχε στη διαμόρφωση ενός εθνικού συμβόλου.

Εικονογράφηση της άφιξης της νεκρικής πομπής του Ουγκώ στο Πάνθεον, από το περιοδικό L’Illustration.
Η άφιξη της πομπής στο Πάνθεον, σε εικονογράφηση που δημοσιεύτηκε στις 6 Ιουνίου 1885.

Πού βρίσκεται ο τάφος του Βίκτωρα Ουγκώ

Ο Ουγκώ ενταφιάστηκε την 1η Ιουνίου 1885 στο Πάνθεον του Παρισιού. Η ταφή έγινε απευθείας εκεί μετά τη δημόσια πομπή. Δεν προηγήθηκε ταφή του στο κοιμητήριο Περ-Λασέζ. Στην κρύπτη του Πανθέου, στον χώρο Caveau XXIV, βρίσκεται μαζί με τον Εμίλ Ζολά και τον Αλέξανδρο Δουμά, που τιμήθηκαν μεταγενέστερα.

Σαρκοφάγοι στον ταφικό θάλαμο του Πανθέου όπου αναπαύονται ο Ουγκώ, ο Ζολά και ο Δουμάς.
Ο ταφικός θάλαμος στο Πάνθεον όπου αναπαύεται ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Ο χώρος αυτός είναι διαφορετικός από τους οικογενειακούς τάφους στο Βιλκιέ, οι οποίοι συνδέονται με τη σύζυγό του και τη Λεοπολδίνη. Η διάκριση έχει σημασία για όποιον αναζητεί τον τάφο του: η οικογενειακή ιστορία και η εθνική μνημόνευση βρίσκονται σε διαφορετικούς τόπους.

Το Πάνθεον δίνει στην ταφή έναν δημόσιο χαρακτήρα. Ο επισκέπτης συναντά τον Ουγκώ μέσα σε μια ευρύτερη αφήγηση για τη γαλλική ιστορία, τη λογοτεχνία, την επιστήμη και τις αξίες που η χώρα επιλέγει να τιμήσει. Η παρουσία του εκεί εξακολουθεί να θυμίζει ότι ένας συγγραφέας μπορεί να αποκτήσει θέση στην εθνική μνήμη όχι μόνο με την τέχνη του, αλλά και με τον τρόπο που παρεμβαίνει στον κόσμο.

Ο τρούλος και η κιονοστοιχία της πρόσοψης του Πανθέου στο Παρίσι.
Το Πάνθεον στο Παρίσι, όπου ενταφιάστηκε ο Ουγκώ την 1η Ιουνίου 1885.

Η κληρονομιά ενός δημιουργού που συνέδεσε τη φαντασία με τη συνείδηση

Ο Βίκτωρ Ουγκώ άφησε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα, πολιτικούς λόγους, επιστολές και σχέδια. Η κατοικία του στην πλατεία των Βοσγίων στο Παρίσι και το Hauteville House στο Γκέρνζι διατηρούν διαφορετικές πλευρές αυτής της ζωής. Τα χειρόγραφα, τα προσωπικά αντικείμενα και οι εικόνες επιτρέπουν να δούμε πίσω από το μνημειακό πρόσωπο τον άνθρωπο που εργαζόταν, αγαπούσε, πενθούσε και άλλαζε γνώμη.

Η διαδρομή του περιλαμβάνει αντιφάσεις. Ο νεαρός βασιλόφρων έγινε υπερασπιστής της Δημοκρατίας. Ο άνθρωπος της μεγάλης κοινωνικής αναγνώρισης επέλεξε την εξορία. Ο δημιουργός που μιλούσε με βεβαιότητα για τη δικαιοσύνη είχε μια περίπλοκη ιδιωτική ζωή και πολιτικές θέσεις που μεταβλήθηκαν μέσα στον χρόνο. Μια αναλυτική βιογραφία χρειάζεται να κρατά αυτές τις εντάσεις ορατές.

Στα έργα του, η αξιοπρέπεια δεν ανήκει αποκλειστικά στους ισχυρούς. Μπορεί να βρίσκεται στον αποφυλακισμένο, στο εγκαταλειμμένο παιδί, στη γυναίκα που καταδικάζεται από το κοινωνικό βλέμμα ή στον άνθρωπο που αντιστέκεται σε μια άδικη εντολή. Αυτή η επιμονή εξηγεί γιατί ο εξόριστος ρομαντικός έγινε για τόσους αναγνώστες μια φωνή συνείδησης και γιατί ο θάνατός του μετατράπηκε σε πένθος μιας ολόκληρης χώρας.

Χρονολόγιο της ζωής του Βίκτωρα Ουγκώ

ΧρονολογίαΣταθμός
26/02/1802Γεννιέται στην Μπεζανσόν, γιος του Λεοπόλντ Ουγκώ και της Σοφί Τρεμπισέ.
1819Ξεκινά με τους αδελφούς του το περιοδικό Le Conservateur littéraire.
1822Εκδίδει τις Odes et poésies diverses και παντρεύεται την Αντέλ Φουσέ.
1827Ο πρόλογος του Cromwell διατυπώνει βασικές αρχές του ρομαντικού δράματος.
1829Εκδίδονται οι Ανατολίτικες και Η τελευταία ημέρα ενός καταδίκου.
25/02/1830Πρεμιέρα του Hernani και η ιστορική αντιπαράθεση για το ρομαντικό θέατρο.
1831Κυκλοφορεί η Παναγία των Παρισίων.
1833Αρχίζει η μακρά σχέση με τη Ζυλιέτ Ντρουέ.
1841Εκλέγεται στη Γαλλική Ακαδημία· υποδοχή στις 3 Ιουνίου.
04/09/1843Η Λεοπολδίνη και ο Σαρλ Βακερί πνίγονται στον Σηκουάνα.
1845–1849Ομότιμος της Γαλλίας, έπειτα βουλευτής· σταδιακή πολιτική μεταστροφή. Το 1849 εκφωνεί τον λόγο κατά της αθλιότητας.
Δεκέμβριος 1851Αντιστέκεται στο πραξικόπημα και διαφεύγει στις Βρυξέλλες.
1852–1855Ζει στο Τζέρζι· εκδίδει τις Τιμωρίες το 1853.
1855–1856Εγκαθίσταται στο Γκέρνζι. Εκδίδει τις Ενατενίσεις και αγοράζει το Hauteville House το 1856.
1859Αρχίζει να εκδίδεται ο Θρύλος των αιώνων. Αρνείται να επιστρέψει με την αυτοκρατορική αμνηστία.
1862Δημοσιεύονται οι Άθλιοι, μετά από μακρά επεξεργασία.
1866–1869Εργάτες της θάλασσας το 1866, θάνατος της συζύγου του το 1868, Άνθρωπος που γελά το 1869.
05/09/1870Επιστρέφει στο Παρίσι μετά την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας.
1871–1874Υπερασπίζεται διωκόμενους της Κομμούνας. Χάνει τους γιους του Σαρλ και Φρανσουά-Βικτόρ. Εκδίδει το Ενενήντα τρία το 1874.
1876–1878Εκλέγεται γερουσιαστής, εκδίδει την Τέχνη να είσαι παππούς το 1877 και επιστρέφει στο Γκέρνζι για ανάπαυση μετά από πρόβλημα υγείας το 1878.
1881Μεγάλες δημόσιες τιμές στα 79α γενέθλιά του και στην είσοδο στο ογδοηκοστό έτος· η λεωφόρος του παίρνει το όνομά του.
11/05/1883Πεθαίνει η Ζυλιέτ Ντρουέ.
22/05/1885Πεθαίνει στο Παρίσι σε ηλικία 83 ετών, μετά την τελευταία ασθένεια που περιγράφεται ως πνευμονική συμφόρηση.
31/05–01/06/1885Αγρυπνία στην Αψίδα του Θριάμβου· εθνική κηδεία και ταφή στο Πάνθεον την 1η Ιουνίου.

Συχνές ερωτήσεις για τον Βίκτωρα Ουγκώ

Ποιο ήταν το πλήρες όνομα του Βίκτωρα Ουγκώ;

Το πλήρες όνομά του ήταν Victor-Marie Hugo, στα ελληνικά Βίκτωρ Μαρί Ουγκώ. Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στην Μπεζανσόν της Γαλλίας και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές του γαλλικού ρομαντισμού.

Ποια είναι τα σημαντικότερα έργα του;

Ανάμεσα στα γνωστότερα έργα του βρίσκονται η Παναγία των Παρισίων (1831), οι Άθλιοι (1862), οι Εργάτες της θάλασσας (1866), ο Άνθρωπος που γελά (1869) και το Ενενήντα τρία (1874). Στην ποίηση ξεχωρίζουν οι Τιμωρίες, οι Ενατενίσεις και ο Θρύλος των αιώνων, ενώ το Hernani αποτελεί σταθμό του ρομαντικού θεάτρου.

Γιατί έζησε στην εξορία;

Αντιστάθηκε στο πραξικόπημα του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη της 2ας Δεκεμβρίου 1851 και έφυγε από τη Γαλλία. Έζησε αρχικά στις Βρυξέλλες, έπειτα στο Τζέρζι και στο Γκέρνζι. Αρνήθηκε την επιστροφή με την αμνηστία του 1859 και επέστρεψε στις 5 Σεπτεμβρίου 1870, μετά την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας.

Ποια ήταν η σχέση του με την Ελλάδα;

Συμμετείχε στο ευρωπαϊκό φιλελληνικό ρεύμα μέσα από την ποίηση. Στις Ανατολίτικες του 1829 περιλαμβάνεται το L’Enfant, γνωστό ως Το Ελληνόπουλο, που γράφτηκε το 1828 και παρουσιάζει ένα παιδί στα ερείπια της Χίου. Πρόκειται για ποιητική αντίδραση στην ιστορική βία, όχι για μαρτυρία αυτόπτη επισκέπτη.

Πώς πέθανε η κόρη του Λεοπολδίνη;

Η Λεοπολδίνη πνίγηκε στον Σηκουάνα κοντά στο Βιλκιέ στις 4 Σεπτεμβρίου 1843, μαζί με τον σύζυγό της Σαρλ Βακερί, όταν ανατράπηκε η βάρκα τους. Ήταν δεκαεννέα ετών. Ο θάνατός της επηρέασε βαθιά τον πατέρα της και κατέχει κεντρική θέση στις Ενατενίσεις.

Πότε και από τι πέθανε ο Βίκτωρ Ουγκώ;

Πέθανε στις 22 Μαΐου 1885, στο Παρίσι, σε ηλικία 83 ετών. Η τελευταία ασθένεια περιγράφεται στις ιστορικές αναφορές ως congestion pulmonaire, δηλαδή πνευμονική συμφόρηση. Η διατύπωση διατηρείται ως ιστορικός ιατρικός όρος, χωρίς αναδρομική επιβολή ακριβέστερης σύγχρονης διάγνωσης.

Γιατί η κηδεία του έγινε εθνικό γεγονός;

Ο Ουγκώ είχε αποκτήσει κύρος ως λογοτέχνης, πολιτικός εξόριστος και υπερασπιστής της Δημοκρατίας. Η πολιτεία οργάνωσε εθνική κηδεία, με αγρυπνία στην Αψίδα του Θριάμβου στις 31 Μαΐου και πομπή προς το Πάνθεον την 1η Ιουνίου 1885. Η προσέλευση εκτιμάται περίπου σε δύο εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς να υπάρχει ακριβής καταμέτρηση.

Τι είχε ζητήσει για την κηδεία του;

Στις τελευταίες επιθυμίες που είχε παραδώσει το 1883 όριζε δωρεά 50.000 φράγκων στους φτωχούς και ζητούσε τη νεκροφόρα των απόρων. Αρνιόταν τις εκκλησιαστικές νεκρώσιμες τελετές, ζητούσε μια προσευχή και δήλωνε πίστη στον Θεό. Η απλή νεκροφόρα χρησιμοποιήθηκε μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης εθνικής τελετής.

Πού βρίσκεται ο τάφος του;

Ο τάφος βρίσκεται στην κρύπτη του Πανθέου στο Παρίσι, στον χώρο Caveau XXIV, μαζί με τον Εμίλ Ζολά και τον Αλέξανδρο Δουμά. Ο Ουγκώ ενταφιάστηκε εκεί την 1η Ιουνίου 1885. Οι οικογενειακοί τάφοι στο Βιλκιέ είναι διαφορετικός τόπος και δεν αποτελούν τον δικό του τόπο ταφής.

Πόσα παιδιά είχε και ποια ήταν η Ζυλιέτ Ντρουέ;

Με τη σύζυγό του Αντέλ Φουσέ απέκτησε πέντε παιδιά: Λεοπόλντ, Λεοπολδίνη, Σαρλ, Φρανσουά-Βικτόρ και Αντέλ. Η Ζυλιέτ Ντρουέ ήταν ηθοποιός και μακροχρόνια σύντροφός του από το 1833 έως τον θάνατό της το 1883. Ο γάμος του με την Αντέλ δεν λύθηκε.

Προέλευση και άδειες των εικόνων
  1. Βίκτωρ Ουγκώ — πορτρέτο του Ετιέν Καρζά, 1876 — Étienne Carjat · Public domain.
  2. Ο νεαρός Βίκτωρ Ουγκώ — λιθογραφία, 1829 — Achille Devéria / Charles Motte · Public domain.
  3. Αντέλ Φουσέ Ουγκώ — Λουί Μπουλανζέ, 1839 — Louis Boulanger · Public domain.
  4. Ζυλιέτ Ντρουέ — ζωγραφικό πορτρέτο — Charles-Émile-Callande de Champmartin · CC0.
  5. Λεοπολδίνη Ουγκώ με βιβλίο των Ωρών — 1835 — Auguste de Châtillon · CC0.
  6. Η μάχη του Ερνάνη — γελοιογραφία του Γκρανβίλ — J. J. Grandville · Public domain.
  7. Παναγία των Παρισίων — σελίδα έκδοσης του 1831 — Henri-Désiré Porret, κατά Tony Johannot · CC BY-SA 3.0.
  8. Ο Ουγκώ διαβάζει στο Τζέρζι — 1853 — Auguste Vacquerie · CC0.
  9. Hauteville House — η κατοικία από τον κήπο — Flickr: 91845206@N00 · CC BY-SA 2.0.
  10. Το Lookout του Hauteville House — Rumburak3 · CC0.
  11. Η Τιτίκα στους Αθλίους — σχέδιο του Εμίλ Μπαγιάρ — Émile Bayard · Public domain.
  12. Marine Terrace με αρχικά — σχέδιο του Ουγκώ, 1855 — Victor Hugo · Public domain.
  13. Ο Ουγκώ με τη Ζαν και τον Ζορζ — εικονογράφηση — Άγνωστος χαράκτης, κατά Adrien Marie / The Graphic · CC0.
  14. Ο Βίκτωρ Ουγκώ στη νεκρική κλίνη — Ναντάρ, 1885 — Nadar · Public domain.
  15. Αψίδα του Θριάμβου — το νεκρικό βάθρο, 31 Μαΐου 1885 — Άγνωστος φωτογράφος · Public domain.
  16. Η κηδεία του Ουγκώ στο Πάνθεον — 1 Ιουνίου 1885 — Jean Pierre Philippe Lampué · Public domain.
  17. Η άφιξη της πομπής — εικονογράφηση του 1885 — Albert Bellenger / L’Illustration · CC0.
  18. Ο ταφικός θάλαμος του Ουγκώ στο Πάνθεον — Marko Kudjerski · CC BY 2.0.
  19. Το Πάνθεον του Παρισιού — εξωτερική όψη — Immanuelle · CC BY 4.0.

Οι εικόνες εμφανίζονται σε προσαρμοζόμενα μεγέθη, χωρίς περικοπή ή αλλαγή του περιεχομένου τους. Τα αρχεία εμφάνισης παρέχονται σε μορφή WebP από το efigan.gr.

Ο τάφος

Σαρκοφάγοι στον ταφικό θάλαμο του Πανθέου όπου αναπαύονται ο Ουγκώ, ο Ζολά και ο Δουμάς.
Ο ταφικός θάλαμος στο Πάνθεον όπου αναπαύεται ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Πηγές

Τελευταία ενημέρωση:

Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.