Συγγραφείς και ποιητές
Άντον Τσέχοφ
1860 – 1904
Ρώσος συγγραφέας διηγημάτων και θεατρικών έργων και γιατρός, δημιουργός του «Γλάρου» και του «Βυσσινόκηπου». Γεννήθηκε το 1860 στο Ταγκανρόγκ και πέθανε από φυματίωση το 1904 στο Μπάντενβάιλερ, σε ηλικία 44 ετών.

Αφιερώσεις
Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.
Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.
Ο Άντον Τσέχοφ (1860–1904), γιατρός και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς διηγημάτων και θεατρικών έργων, πέθανε στις 15 Ιουλίου 1904 στο Μπάντενβάιλερ της Γερμανίας, από φυματίωση, σε ηλικία 44 ετών. Η τελευταία του νύχτα, με το ποτήρι σαμπάνια που ήπιε, έγινε θρύλος· το σώμα του γύρισε στη Ρωσία σε βαγόνι για στρείδια.

Άντον Τσέχοφ: ο γιος του μπακάλη από το Ταγκανρόγκ
Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 (17 Ιανουαρίου με το παλιό ημερολόγιο) στο Ταγκανρόγκ, λιμάνι στη Θάλασσα του Αζόφ. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας που επιβίωσαν. Ο πατέρας του, ο Πάβελ, είχε παντοπωλείο και διηύθυνε το χορωδιακό της εκκλησίας, με αυστηρότητα που ο Τσέχοφ θυμόταν ως τυραννία και φόβο.
Ο ίδιος και τα αδέλφια του, έλεγε αργότερα, ένιωθαν σαν «μικροί κατάδικοι» όταν τραγουδούσαν στην εκκλησία. Ο πατέρας τους ήταν και σωματικά βίαιος, κατά τη Wikipedia.

Το ελληνικό σχολείο του Ταγκανρόγκ
Το Ταγκανρόγκ είχε μεγάλη ελληνική κοινότητα. Σύμφωνα με άρθρο του Neos Kosmos, πρόσφυγες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαταστάθηκαν εκεί τον 18ο αιώνα, έχτισαν σχολεία και εκκλησίες, και Έλληνες έμποροι έλεγχαν μεγάλο μέρος των εξαγωγών σιταριού. Το 2002 το Μπάντενβάιλερ, η πόλη όπου πέθανε ο Τσέχοφ, αδελφοποιήθηκε με το Ταγκανρόγκ.
Το 1867 ο μικρός Άντον γράφτηκε, ως «Αντώνιος Τσεχώφ», στο ελληνικό σχολείο του μοναστηριού του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Μέσα στη χρονιά, γράφει το Neos Kosmos, ήξερε λίγα περισσότερα από το αλφάβητο. Αργότερα πέρασε στο ελληνικό γυμνάσιο της πόλης. Το άρθρο είναι άποψη και οι ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες του δεν επιβεβαιώνονται από δεύτερη πηγή, γι’ αυτό τις παραθέτουμε με επιφύλαξη.
Η χρεοκοπία και η φυγή στη Μόσχα
Το 1876 ο πατέρας χρεοκόπησε, όταν ένας εργολάβος κατέστρεψε ένα οικοδομικό του σχέδιο, και έφυγε κρυφά για τη Μόσχα, για να μη φυλακιστεί για χρέη. Η οικογένεια έπεσε στη φτώχεια. Ο Άντον έμεινε στο Ταγκανρόγκ για να τελειώσει το σχολείο· έκανε ιδιαίτερα μαθήματα, έπιανε και πουλούσε καρδερίνες, έγραφε σκίτσα σε εφημερίδες και έστελνε χρήματα στους δικούς του.

Ο γιατρός που έγραφε αστεία διηγήματα
Το 1879 μπήκε στην Ιατρική Σχολή της Μόσχας και από τότε συντηρούσε ολόκληρη την οικογένεια. Έγραφε χιουμοριστικά αφηγήματα με ψευδώνυμα, όπως «Αντόσα Τσεχόντε». Πήρε το πτυχίο του το 1884, αλλά θεράπευε φτωχούς δωρεάν και έβγαζε λίγα από την ιατρική.
Ένα αυστηρό σχόλιο του καταξιωμένου συγγραφέα Γκριγκορόβιτς τον έσπρωξε προς πιο σοβαρή γραφή. Το 1888 πήρε το βραβείο Πούσκιν για τη συλλογή «Το σούρουπο».

Η πρώτη αιμόπτυση και η αρρώστια που έκρυβε
Το 1884, τη χρονιά που πήρε το πτυχίο του, έβηξε αίμα για πρώτη φορά. Έκρυψε την ασθένεια από την οικογένεια και τους φίλους του και, όπως είπε σε έναν εκδότη, φοβόταν την εξέταση από συναδέλφους. Η φυματίωση θα τον συνόδευε ως το τέλος.
Το 1889 ο αδελφός του Νικολάι πέθανε από φυματίωση. Ο θάνατός του τον σημάδεψε βαθιά και επηρέασε το διήγημα «Μια ανιαρή ιστορία».
Το ταξίδι στη Σαχαλίνη
Το 1890 διέσχισε τη Σιβηρία, ταξιδεύοντας με τρένο, άμαξα και ποταμόπλοιο, για να φτάσει στην ποινική αποικία της νήσου Σαχαλίνης. Έμεινε εκεί περίπου τρεις μήνες και πήρε συνεντεύξεις από χιλιάδες κατάδικους και εποίκους για απογραφή. Γύρισε στη Μόσχα στις 8 Δεκεμβρίου 1890.
Είδε μαστιγώσεις, κλοπές προμηθειών, εξαναγκασμένη πορνεία και παιδιά που ζούσαν με τους γονείς τους μέσα στην αποικία. Κατέληξε ότι η φιλανθρωπία δεν αρκεί και ότι το κράτος οφείλει να χρηματοδοτήσει ανθρώπινη μεταχείριση των φυλακισμένων. Το βιβλίο που προέκυψε, «Το νησί Σαχαλίνη», εκδόθηκε ως κοινωνιολογική μελέτη και όχι ως λογοτεχνία.

Μελίχοβο
Από τον Μάρτιο του 1892 ως τον Αύγουστο του 1899 έζησε στο κτήμα Μελίχοβο, κοντά στη Μόσχα. Δεχόταν ασθενείς στο γραφείο του από νωρίς το πρωί και, στην επιδημία χολέρας του 1892–1893, ήταν υπεύθυνος για την ιατρική φροντίδα σε 26 χωριά, επτά εργοστάσια και ένα μοναστήρι. Επισκεπτόταν τα σχολεία των χωριών και διαπίστωσε χαμηλούς μισθούς δασκάλων· έναν από αυτούς, κατά τη Wikipedia, πιθανόν τον είχε στον νου για τον Μεντβεντένκο στον «Γλάρο».
Τον Νοέμβριο του 1895 ολοκλήρωσε τον «Γλάρο» στο εξοχικό δωμάτιο που είχε χτίσει το 1894, με ιατρείο στο ισόγειο και χώρο γραφής στον όροφο.

Ο Γλάρος και η αποτυχία του 1896
Η πρεμιέρα του «Γλάρου» στο Αλεξανδρίνσκι θέατρο της Αγίας Πετρούπολης, στις 17 Οκτωβρίου 1896, έγινε αποτυχία. Το κοινό αποδοκίμασε την παράσταση και η Βέρα Κομισαρζέφσκαγια, στον ρόλο της Νίνα, τρομοκρατήθηκε τόσο ώστε έχασε τη φωνή της. Ο Τσέχοφ πέρασε τις δύο τελευταίες πράξεις στα παρασκήνια και την επομένη είπε στον εκδότη Σουβόριν ότι σταματά να γράφει θέατρο.

Δύο χρόνια αργότερα, στις 17 Δεκεμβρίου 1898, ο Στανισλάφσκι ανέβασε το έργο στο νεοσύστατο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και η παράσταση έγινε θρίαμβος. Ο γλάρος έμεινε από τότε έμβλημα του θεάτρου.

Η αρρώστια και η Γιάλτα
Τον Μάρτιο του 1897 ο Τσέχοφ έπαθε μεγάλη πνευμονική αιμορραγία και διαγνώστηκε επίσημα με φυματίωση. Ο πατέρας του πέθανε το 1898. Στα τέλη της δεκαετίας ο Τσέχοφ έχτισε τη «Λευκή Ντάτσα» στη Γιάλτα, όπου ζούσε με τη μητέρα και την αδελφή του και έγραψε τα τελευταία του έργα.
Η Γιάλτα, με το ήπιο κλίμα, ήταν εν μέρει εξορία. Ο Ρέιφιλντ γράφει στο London Review of Books ότι η φυματίωση στους πνεύμονες και στο έντερο τον ανάγκαζε να ζει εκεί από το φθινόπωρο ως την άνοιξη, από το 1898, και περιόριζε την κοινωνική του ζωή.

Η Όλγα Κνίπερ και ο γάμος του 1901
Την Όλγα Κνίπερ τη γνώρισε το 1898, όταν η ομάδα του Θεάτρου Τέχνης δοκίμαζε «Τον γλάρο». Ήταν ηθοποιός, γεννημένη το 1868, και είχε παίξει την Αρκάντινα. Αλληλογραφούσαν επί χρόνια, και ο Τσέχοφ έγραψε τον ρόλο της Μάσα στις «Τρεις αδελφές» έχοντας εκείνη στον νου.

Παντρεύτηκαν στις 25 Μαΐου 1901 στη Μόσχα, σε μια μικρή και ξαφνική τελετή, που πλήγωσε φίλους και συγγενείς. Ο Τσέχοφ απεχθανόταν τους γάμους. Έζησαν σχεδόν πάντα χώρια: εκείνος στη Γιάλτα, εκείνη στη Μόσχα, στη σκηνή.

Οι γυναίκες, ο έρωτας και οι σκοτεινές στιγμές
Ως τον γάμο του ήταν επί χρόνια εργένης που απέφευγε τη δέσμευση. Ο βιογράφος Ντόναλντ Ρέιφιλντ γράφει στο London Review of Books για πολλές φίλες και ερωμένες, ανάμεσά τους η Λίκα Μιζίνοβα, και για επισκέψεις στον οίκο ανοχής, ενώ υποστηρίζει ότι η Κνίπερ ήταν η πρώτη γυναίκα που του ταίριαξε και ερωτικά και χαρακτήρα. Οι ισχυρισμοί προέρχονται από τον Ρέιφιλντ και τους παραθέτουμε ως δική του ανάγνωση.
Το 1902 η Όλγα έχασε μια εγκυμοσύνη. Οι ιστορικοί διαφωνούν αν ήταν αποβολή ή εξωμήτριος κύηση· ο Ρέιφιλντ υποστηρίζει το δεύτερο. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά και, κατά τη Wikipedia, η μητέρα και η αδελφή του Τσέχοφ φέρεται να κατηγορούσαν την Όλγα για τις βραδινές εξόδους της. Η σχέση τους δοκιμάστηκε και από τη συνεχή απόσταση.
Ο Βυσσινόκηπος
Τον τελευταίο του χρόνο ο Τσέχοφ έγραφε τον «Βυσσινόκηπο». Το έργο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης στις 17 Ιανουαρίου 1904, σε σκηνοθεσία Στανισλάφσκι, με την Όλγα Κνίπερ ως Ράνεφσκαγια. Ο Τσέχοφ το είχε σκεφτεί ως κωμωδία και στον τίτλο το έγραφε έτσι. Ο Στανισλάφσκι το ανέβασε ως τραγωδία και, κατά τη Wikipedia, ο συγγραφέας είπε ότι του το είχε «καταστρέψει».

Μπάντενβάιλερ
Στις 3 Ιουνίου 1904 ο Τσέχοφ και η Όλγα έφτασαν στο Μπάντενβάιλερ, λουτρόπολη της Μέλαινας Δρυμού στη Γερμανία. Έγραφε αισιόδοξα γράμματα στην αδελφή του, για το φαγητό και το περιβάλλον, ενώ έβηχε αίμα. Η πόλη είχε ρωμαϊκά λουτρά που ανακαλύφθηκαν το 1784, θερμές πηγές και ήπιο κλίμα.

Η νύχτα της 15ης Ιουλίου και η σαμπάνια
Τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου 1904 (2 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο) ο Τσέχοφ ξύπνησε και ζήτησε γιατρό, πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν. Ήρθε Γερμανός γιατρός, που οι πηγές γράφουν Schwörer ή Schwohrer (το Science History δεν τον κατονομάζει). Ο Τσέχοφ του είπε στα γερμανικά: «Ich sterbe», δηλαδή «πεθαίνω».
Ο γιατρός παράγγειλε σαμπάνια. Η Όλγα, στη μαρτυρία της, γράφει ότι ο Τσέχοφ ήπιε ένα ολόκληρο ποτήρι, είπε πως είχε πολύ καιρό να πιει σαμπάνια, ξάπλωσε στο αριστερό πλευρό και σύντομα σώπασε. Το Russia Beyond αναφέρει ότι το ποτό ήταν Moët. Ο Τσέχοφ ήταν 44 ετών.
«Έχω πολύ καιρό να πιω σαμπάνια.»Άντον Τσέχοφ, κατά τη μαρτυρία της Όλγα Κνίπερ, όπως την παραθέτει το Science History Institute
Η Όλγα περιέγραψε επίσης έναν μεγάλο μαύρο σκόρο που χτύπησε στις λάμπες. Σε άλλο απόσπασμα των απομνημονευμάτων της, όπως το μεταφέρει το Russia Beyond, γράφει ότι υπήρχαν μόνο «ομορφιά, γαλήνη και το μεγαλείο του θανάτου». Η σκηνή έγινε θρύλος και η μοναδική μαρτυρία γι’ αυτή είναι η δική της. Οι πηγές διαφέρουν σε λεπτομέρειες, όπως το όνομα του γιατρού· σε μια άλλη εκδοχή, που μεταφέρει το A Napper’s Companion από το Writer’s Almanac, ο Τσέχοφ είχε πάθει σειρά καρδιακών προσβολών και ο γιατρός του έδωσε γουλιές σαμπάνια, που τότε θεωρούσαν ωφέλιμη για καρδιακούς.
Τι λέει σήμερα η ιατρική
Το 2017 ομάδα με επικεφαλής τους Pier Giorgio Righetti και Gleb Zilberstein εξέτασε πρωτεΐνες από ένα πουκάμισο και πέντε γράμματα του Τσέχοφ, με άδεια που δόθηκε τον Απρίλιο του 2017. Βρήκαν 108 πρωτεΐνες ανθρώπινου αίματος και ίχνη του μυκοβακτηρίου της φυματίωσης. Εντόπισαν και την πρωτεΐνη ITIH4, που σχετίζεται με θρόμβους και, κατά τη δημοσιογράφο Rebecca Boyle, υποδεικνύει ότι η άμεση αιτία θανάτου ίσως ήταν εγκεφαλικό και όχι καρδιακή ανεπάρκεια ή ασφυξία. Ο Zilberstein είπε ότι η ανάλυση συνεχιζόταν.
Το βαγόνι για στρείδια και η κηδεία
Επειδή πέθανε στο εξωτερικό, το φέρετρο στάλθηκε στη Μόσχα με βαγόνι που χρησιμοποιούνταν για μεταφορά στρειδιών, για να διατηρείται δροσερό το καλοκαίρι. Η λεπτομέρεια πρόσβαλε μέρος των πενθούντων, και, κατά τη Wikipedia, ενόχλησε τον Μαξίμ Γκόρκι.

Στον σταθμό μια στρατιωτική μπάντα έπαιξε πένθιμο εμβατήριο και οι πενθούντες νόμισαν ότι τιμούσε τον Τσέχοφ. Στην πραγματικότητα ήταν για τον στρατηγό Κέλερ, του οποίου το φέρετρο έφτασε με άλλο τρένο. Κηδεύτηκε στις 9 Ιουλίου 1904, με το παλιό ημερολόγιο.
Το νεκροταφείο Νοβοντέβιτσι
Τάφηκε δίπλα στον πατέρα του στο νεκροταφείο Νοβοντέβιτσι της Μόσχας, κοντά στο μοναστήρι Νοβοντέβιτσι. Το νεκροταφείο άνοιξε το 1898 και σήμερα έχει πάνω από 26.000 ταφές, μεταξύ τους οι Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Χρουστσόφ και Γέλτσιν. Στη σοβιετική εποχή η ταφή εκεί ήταν η δεύτερη σε κύρος μετά το Τείχος του Κρεμλίνου.

Το Μπάντενβάιλερ σήμερα
Στο Μπάντενβάιλερ ένα μνημείο στον λόφο του κάστρου θυμίζει τον Τσέχοφ και το δωμάτιο όπου πέθανε τιμάται ειδικά. Υπάρχει και το «Chekhov Salon», λογοτεχνικό μουσείο, και γλυπτό «Ο γλάρος» του Αλεξάντερ Ταρατίνοφ. Για τη δόξα του είχε μάλλον λίγες αυταπάτες: λίγους μήνες πριν πεθάνει, κατά τη Wikipedia, είχε πει στον Ιβάν Μπούνιν ότι οι αναγνώστες θα τον θυμούνται ίσως για επτάμισι χρόνια.

Λιγότερο γνωστά στοιχεία για τον Τσέχοφ
- Ήταν στο ελληνικό σχολείο. Το 1867 γράφτηκε ως «Αντώνιος Τσεχώφ», κατά το Neos Kosmos.
- Έκρυβε τη φυματίωση. Μετά την πρώτη αιμόπτυση το 1884 δεν το είπε σε φίλους ούτε στην οικογένεια.
- Ιατρείο στο κτήμα. Στο Μελίχοβο δεχόταν αγρότες που έρχονταν από μακριά, και αυτό μείωνε τον χρόνο γραφής του.
- Η αλλαγή του έργου. Ο Τσέχοφ ονόμασε τον «Βυσσινόκηπο» κωμωδία, αλλά ο Στανισλάφσκι τον ανέβασε ως τραγωδία.
- Το βαγόνι. Το φέρετρο ταξίδεψε σε βαγόνι για στρείδια.
- Η Ελλάδα στη Γερμανία. Το Μπάντενβάιλερ και το Ταγκανρόγκ αδελφοποιήθηκαν το 2002.
- Λένιν και Τσέχοφ. Ο Λένιν φέρεται να είπε ότι διαβάζοντας το «Θάλαμος αρ. 6» ένιωσε σαν να ήταν ο ίδιος κλεισμένος στον θάλαμο.

Συχνές ερωτήσεις για τον Άντον Τσέχοφ
Πότε και πού γεννήθηκε ο Άντον Τσέχοφ;
Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 (17 Ιανουαρίου με το παλιό ημερολόγιο) στο Ταγκανρόγκ της Ρωσίας, λιμάνι στη Θάλασσα του Αζόφ.
Πότε και πού πέθανε ο Τσέχοφ;
Πέθανε στις 15 Ιουλίου 1904 (2 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο) στο Μπάντενβάιλερ της Γερμανίας, σε ηλικία 44 ετών, από φυματίωση. Η Britannica γράφει 14/15 Ιουλίου.
Ποια ήταν η τελευταία πρόποση του Τσέχοφ με σαμπάνια;
Σύμφωνα με τη σύζυγό του Όλγα Κνίπερ, ξύπνησε τα ξημερώματα, ζήτησε γιατρό και είπε στα γερμανικά «Ich sterbe». Ο γιατρός παράγγειλε σαμπάνια, ο Τσέχοφ ήπιε ένα ποτήρι, είπε ότι είχε πολύ καιρό να πιει και πέθανε λίγο αργότερα. Η μαρτυρία της Όλγα είναι η κύρια πηγή.
Από τι πέθανε ο Τσέχοφ;
Από φυματίωση, που είχε διαγνωστεί επίσημα το 1897 ενώ είχε βήξει αίμα για πρώτη φορά ήδη από το 1884. Ανάλυση πρωτεϊνών του 2017 βρήκε ίχνη του μυκοβακτηρίου και ενδείξεις που ίσως δείχνουν εγκεφαλικό ως άμεση αιτία.
Πού είναι θαμμένος ο Τσέχοφ;
Στο νεκροταφείο Νοβοντέβιτσι της Μόσχας, δίπλα στον πατέρα του. Το φέρετρο ταξίδεψε από τη Γερμανία σε βαγόνι για στρείδια.
Με ποια παντρεύτηκε ο Τσέχοφ;
Με την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ, στις 25 Μαΐου 1901 στη Μόσχα. Έζησαν κυρίως χώρια, αυτός στη Γιάλτα και εκείνη στη Μόσχα, και δεν απέκτησαν παιδιά.
Ο τάφος

Πηγές
- Wikipedia, Anton Chekhov, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Encyclopaedia Britannica, Anton Chekhov, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, Olga Knipper, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, The Seagull, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, The Cherry Orchard, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, Sakhalin Island (book), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, Melikhovo, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, Badenweiler, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Wikipedia, Novodevichy Cemetery, ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Science History Institute, Rebecca Boyle, The Death of Anton Chekhov, Told in Proteins (2019), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Russia Beyond, Yolanda Delgado, Final days of Russian writers: Nikolai Gogol and Anton Chekhov (07/06/2014), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- London Review of Books, Donald Rayfield, Tongues Wagged (1997), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- Neos Kosmos, Dean Kalimniou, Chekhov goes to Greek school (10/03/2016), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- NotMoscow, Anton Chekhov: Memorial Day, July 15 (15/07/2026), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- A Napper’s Companion, Micro-Post: The Gentle Death of Anton Chekhov (29/01/2014), ανακτήθηκε 16/10/2026.
- The Millions, Chekhov’s Funeral (2010), ανακτήθηκε 16/10/2026.
Τελευταία ενημέρωση:
Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.
