Συγγραφείς και ποιητές

Αρθούρος Ρεμπώ

1854 – 1891

Έφυγε στις 10 Νοεμβρίου 1891 · Marseille, Γαλλία · 37 ετών

Γάλλος ποιητής που έγραψε το έργο του μέχρι τα 20 και μετά σταμάτησε. Έγινε έμπορος στην Αφρική και πέθανε στα 37.

Ασπρόμαυρο πορτρέτο του νεαρού Αρθούρου Ρεμπώ με ατημέλητα μαλλιά, λευκό πουκάμισο και σκούρο παλτό, με βλέμμα στραμμένο στο πλάι
Φωτογραφία: Αρθούρος Ρεμπώ

Αφιερώσεις

Άναψε ένα κερί ή άφησε ένα λουλούδι, και γράψε την αφιέρωσή σου.

Γίνε ο πρώτος που θα αφήσει μια αφιέρωση.

Αφιέρωση

Γράψε δυο λόγια για να θυμόμαστε. Η αφιέρωσή σου θα δημοσιευτεί μετά από έλεγχο.

Το μήνυμά σου θα δημοσιευτεί στη σελίδα μετά από έλεγχο. Θα εμφανίζεται μόνο το μικρό σου όνομα· το email και το επίθετό σου (αν το γράψεις) δεν εμφανίζονται πουθενά. Μην γράφεις προσωπικά στοιχεία μέσα στο μήνυμα. Αν τσεκάρεις την ενημέρωση, μπορείς να διαγραφείς όποτε θέλεις. Τα μηνύματα εκφράζουν τους συγγραφείς τους. Πολιτική απορρήτου.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, Charleville, 20 Οκτωβρίου 1854 – Marseille, 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής και ένας από τους λίγους δημιουργούς που άλλαξαν τη γλώσσα της ποίησης προτού κλείσουν τα είκοσι. Έγραψε το έργο του που διαβάζεται ακόμη σήμερα ανάμεσα στα δεκαπέντε και τα είκοσί του χρόνια, με κορυφαία το «Le Bateau ivre», το «Une saison en enfer» και τις «Illuminations». Μετά σταμάτησε να γράφει ποίηση, δεν ξαναγύρισε ποτέ, και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ως στρατιώτης, εργάτης σε λατομείο στην Κύπρο και έμπορος καφέ και όπλων στο Aden και στο Harar. Πέθανε στα 37, από καρκίνο των οστών, χωρίς να έχει δει τη φήμη που τον περίμενε. Η ζωή του μοιάζει να έχει δύο μισά που δεν έχουν σχεδόν τίποτα κοινό, και αυτό τον έκανε μύθο.

Γεννήθηκε στο Charleville, μια πόλη που μισούσε

Νεανικό οβάλ πορτρέτο του Αρθούρου Ρεμπώ
Νεανικό οβάλ πορτρέτο του Αρθούρου Ρεμπώ.

Ο Jean Nicolas Arthur Rimbaud γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1854 στο Charleville, μια επαρχιακή πόλη των Αρδεννών, στη βορειοανατολική Γαλλία, που σήμερα αποτελεί μαζί με το Mézières τον δήμο Charleville-Mézières. Βαπτίστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1854. Το σπίτι όπου γεννήθηκε βρίσκεται στο νούμερο 12 της οδού Pierre Bérégovoy, που τότε λεγόταν οδός Napoléon.

Η σχέση του με την πόλη ήταν ήδη από την εφηβεία του εχθρική. Σε επιστολή προς τον καθηγητή του Georges Izambard την χαρακτήρισε «εξαιρετικά ηλίθια ανάμεσα στις μικρές επαρχιακές πόλεις», και σε άλλα γράμματα τη φώναζε ειρωνικά «Charlestown». Σήμερα το Charleville τον έχει κάνει σύμβολό του. Το μουσείο Rimbaud στεγάζεται σε έναν παλιό μύλο πάνω στον ποταμό Meuse, και η πόλη έχει δημιουργήσει «Parcours Rimbaud» με σημεία που θυμίζουν τα βήματά του.

Ο πατέρας που έλειπε και η μητέρα που ήταν παντού

Ο πατέρας του, ο λοχαγός Frédéric Rimbaud, ήταν αξιωματικός του πεζικού που είχε υπηρετήσει στην Αλγερία, στην Κριμαία και στην Ιταλία και είχε πάρει τη Λεγεώνα της Τιμής. Στο συζυγικό σπίτι ζήτησε μόλις λίγους μήνες, από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 1853. Όταν γεννήθηκε το πέμπτο παιδί, η Isabelle, το 1860, σταμάτησε να γυρίζει ακόμη και με άδεια. Δεν χώρισαν επίσημα, αλλά ο χωρισμός ήταν πλήρης. Τα παιδιά δεν ξαναείδαν ουσιαστικά τον πατέρα τους.

Η μητέρα, η Marie Catherine Vitalie Cuif, προερχόταν από αγροτική οικογένεια των Αρδεννών. Ήταν βαθιά καθολική, αυστηρή και φειδωλή. Μετά την αναχώρηση του συζύγου της άρχισε να παρουσιάζεται ως «veuve Rimbaud», «χήρα Rimbaud», παρότι εκείνος ζούσε. Ο Arthur την αποκαλούσε στην ιδιωτική του γλώσσα «La Mother» και «bouche d’ombre», «στόμα του σκότους», μια έκφραση που παραπέμπει σε ποίημα του Victor Hugo.

Το ζευγάρι απέκτησε πέντε παιδιά: τον Frédéric (1853), τον Arthur (1854), μια κόρη που πέθανε λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της το 1857, τη Vitalie (1858) και την Isabelle (1860). Η Vitalie πέθανε το 1875, στα δεκαεφτά της. Η Isabelle έζησε ως το 1917 και έπαιξε μεγάλο ρόλο στη μεταθανάτια εικόνα του αδελφού της.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ ως παιδί, με περιβραχιόνιο
Ο Αρθούρος Ρεμπώ ως παιδί, με περιβραχιόνιο.

Ένας εξαιρετικός μαθητής

Ο μύθος του άγριου εφήβου κρύβει μια αλήθεια: ο Rimbaud ήταν εντυπωσιακά καλός μαθητής. Το 1862, με τον αδελφό του, φοίτησε στο Pension Rossat και αργότερα στο Collège de Charleville. Η μητέρα τούς πίεζε για βαθμούς. Όταν έκαναν λάθος, τους τιμωρούσε με απομνημόνευση εκατό στίχων λατινικής ποίησης και, αν έκαναν λάθη, στερούσε τα γεύματα. Στα εννέα του έγραψε ένα δοκίμιο 700 λέξεων διαμαρτυρόμενος για τα λατινικά, και επανέλαβε μέσα του τη φράση «θα γίνω rentier», δηλαδή άνθρωπος που ζει από εισοδήματα.

Στα έντεκα έκανε την Πρώτη Κοινωνία. Η ευσέβειά του του κόστισε στο σχολείο το παρατσούκλι «sale petit cagot», «βρομερό ευλαβικό ανθρωπάκι». Μέσα στη χρονιά 1869 κέρδισε οκτώ πρώτα βραβεία στους γαλλικούς σχολικούς διαγωνισμούς και το 1870 άλλα επτά. Ένας ιδιαίτερος δάσκαλος, ο Ariste Lhéritier, ξύπνησε τον έρωτά του για την ελληνική, τη λατινική και τη γαλλική κλασική λογοτεχνία και τον ενθάρρυνε να γράψει δικό του στίχο, και στα γαλλικά και στα λατινικά. Στα δεκατέσσερα έγραψε το λατινικό ποίημα «Ver erat».

Αυτό έχει σημασία για όσα θα ακολουθήσουν. Η γλωσσική επανάσταση του Rimbaud δεν γεννήθηκε από άγνοια της παράδοσης. Γεννήθηκε από ένα παιδί που είχε κατακτήσει τους κανόνες και τους βρήκε στενούς.

Georges Izambard και το πρώτο δημοσιευμένο ποίημα

Στις 2 Ιανουαρίου 1870 το περιοδικό La Revue pour tous δημοσίευσε το «Les Étrennes des orphelins». Ο Rimbaud ήταν δεκαπέντε ετών. Το ποίημα είναι συναισθηματικό και παραδοσιακό και δεν μοιάζει ακόμη με τον ποιητή που θα γνωρίσει ο 20ός αιώνας. Δύο εβδομάδες αργότερα ανέλαβε το μάθημα της ρητορικής στο Collège ο 22χρονος Georges Izambard.

Ο Izambard έγινε ο πρώτος ενήλικας που αντιμετώπισε σοβαρά τη φιλοδοξία του μαθητή του. Του δάνειζε βιβλία και συζητούσε μαζί του λογοτεχνία. Το πρώτο ποίημα που του έδειξε ο Rimbaud ήταν η «Ophélie», που συγκαταλέγεται συχνά ανάμεσα στα τρία ή τέσσερα καλύτερα ποιήματά του. Στις 4 Μαΐου 1870 η μητέρα έγραψε στον Izambard ότι τα «Άθλια» του Victor Hugo ήταν επικίνδυνο ανάγνωσμα για παιδί. Ο ίδιος ο Victor Hugo, σύμφωνα με μια γνωστή αφήγηση, τον αποκάλεσε αργότερα «βρεφικό Σαίξπηρ».

1870: ο πόλεμος, η φυλακή Mazas και τα Cahiers de Douai

Ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος ξέσπασε στις 19 Ιουλίου 1870. Το Collège έγινε στρατιωτικό νοσοκομείο, ο Izambard έφυγε για τις θείες του στο Douai και ο δεκαπεντάχρονος Rimbaud έμεινε χωρίς το πλαίσιο που τον κρατούσε σε τάξη. Στα τέλη Αυγούστου πήρε το τρένο για το Παρίσι χωρίς να έχει χρήματα για εισιτήριο. Στον Gare du Nord τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στη φυλακή Mazas για φυγή από το κόστος του εισιτηρίου και αλητεία. Στις 5 Σεπτεμβρίου έγραψε απελπισμένα στον Izambard, που τον έβγαλε από τη φυλακή και τον φιλοξένησε στο Douai.

Εκεί ο Rimbaud παρέδωσε στον ποιητή Paul Demeny το πρώτο από τα λεγόμενα Cahiers de Douai, μια δέσμη δεκαπέντε ποιημάτων με την «Ophélie», τον «Soleil et chair» και την «Première soirée». Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Izambard τον παρέδωσε στη μητέρα του, που, όπως λέγεται, τον χαστούκισε. Μέσα σε δέκα μέρες έφυγε ξανά. Στη δεύτερη φυγή του παρέδωσε στον Demeny το δεύτερο τετράδιο, με επτά σονέτα: «Ma Bohème», «Le Dormeur du val», «Rêvé pour l’hiver».

Το «Le Dormeur du val» δείχνει πόσο γρήγορα είχε ωριμάσει. Ο αναγνώστης βλέπει ένα ειδυλλιακό τοπίο και έναν στρατιώτη που φαίνεται να κοιμάται στο χορτάρι. Η αποκάλυψη του θανάτου έρχεται στο τέλος. Ο πόλεμος δεν εμφανίζεται με σημαίες και ηρωισμούς αλλά ως ένα νεανικό σώμα που δεν θα ξυπνήσει.

Λίγο αργότερα ο Rimbaud ζήτησε από τον Demeny να κάψει όλα τα ποιήματα. Ο Demeny δεν το έκανε. Χάρη σε αυτή την παρακοή διασώθηκε ένα από τα σημαντικότερα σύνολα χειρογράφων της γαλλικής ποίησης.

Η πρόκληση, η Κομμούνα και ο χειμώνας του 1871

Από τα τέλη Οκτωβρίου 1870 η συμπεριφορά του έγινε ανοιχτά προκλητική. Έπινε, μιλούσε άσχημα, έγραφε χυδαία ποιήματα, έκλεβε βιβλία από τα μαγαζιά και άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν, εγκαταλείποντας την προσεγμένη εμφάνιση. Στα τέλη Φεβρουαρίου 1871 έφυγε πάλι για το Παρίσι, που ήταν περικυκλωμένο και εν μέρει υπό γερμανική κατοχή. Γύρισε με τα πόδια μετά από λίγες μέρες.

Οι συμπάθειές του προς την Παρισινή Κομμούνα (Μάρτιος–Μάιος 1871) είναι σαφείς σε ποιήματα όπως το «Chant de guerre parisien». Το αν πολέμησε πραγματικά στις οδομαχίες παραμένει αβέβαιο. Οι παλιές βιογραφίες τον τοποθετούσαν στα οδοφράγματα, αλλά οι πηγές δεν επιτρέπουν τέτοια βεβαιότητα.

Οι Επιστολές του Οραματιστή (Μάιος 1871)

Ο νεαρός ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ
Ο νεαρός ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ.

Στις 13 και 15 Μαΐου 1871, πριν συμπληρώσει τα δεκαεπτά, ο Rimbaud έγραψε δύο γράμματα που έγιναν θεμέλιο της σύγχρονης ποίησης. Το πρώτο ήταν προς τον Izambard, το δεύτερο προς τον Demeny. Έχουν μείνει γνωστά ως «Lettres du voyant», «Επιστολές του Οραματιστή».

Η ιδέα είναι ριζοσπαστική. Ο ποιητής δεν γράφει για να εκφράσει όμορφα τα συναισθήματά του. Πρέπει να γίνει voyant, «οραματιστής», δηλαδή να φτάσει στο άγνωστο μέσα από μια «μακρά, τεράστια και ορθολογική απορρύθμιση όλων των αισθήσεων» (dérèglement de tous les sens). Αυτό σημαίνει να βιώσει κάθε μορφή έρωτα, πόνου και τρέλας, να εξαντλήσει μέσα του τα δηλητήρια και να κρατήσει μόνο την ουσία τους. Ο δρόμος, γράφει, είναι βασανιστικός. Το αν θα καταλάβει στο τέλος αυτά που είδε έχει μικρή σημασία. Σημασία έχει ότι τα είδε, και ότι οι «άλλοι φρικτοί εργάτες» που θα έρθουν θα ξεκινήσουν από τους ορίζοντες όπου εκείνος σωριάστηκε.

«Je est un autre»

Στο γράμμα προς τον Izambard βρίσκεται και η πιο διάσημη φράση του: «Je est un autre», κυριολεκτικά «το Εγώ είναι ένας άλλος». Ακόμη και η γραμματική παραβιάζεται, γιατί δεν γράφει «Je suis un autre» («είμαι ένας άλλος»). Το «εγώ» αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο. Η ποίηση δεν είναι εξομολόγηση ενός σταθερού εαυτού αλλά ένας χώρος μέσα από τον οποίο περνούν φωνές και εικόνες που ο ποιητής δεν ελέγχει πλήρως. Η ιδέα ακούγεται πιο κοντινή στον 20ό αιώνα, στην ψυχανάλυση και στον υπερρεαλισμό, παρά στη Γαλλία του 1871.

Στο ίδιο κείμενο ο Rimbaud κατακρίνει ποιητές που ήρθαν πριν από αυτόν, με ιδιαίτερη σκληρότητα για τον Alfred de Musset. Τον Charles Baudelaire τον θεωρεί τον πρώτο οραματιστή, αν και πιστεύει ότι η μορφή του τον περιόριζε.

«Le Bateau ivre», το «Μεθυσμένο Καράβι»

Το «Le Bateau ivre» γράφτηκε το 1871. Είναι ένα ποίημα εκατό στίχων που ακολουθεί ένα πλοίο που ελευθερώνεται από όσους το κυβερνούσαν. Στην αρχή νομίζει ότι παρασύρεται όπου θέλει, και σύντομα καταλαβαίνει ότι το οδηγεί το «ποίημα της θάλασσας». Βλέπει οράματα μεγαλοπρεπή («το κίτρινο και μπλε ξύπνημα των τραγουδιστών φωσφόρων») και αποκρουστικά, όπως δίχτυα όπου σαπίζει ολόκληρος Λεβιάθαν. Τελειώνει να επιπλέει, καθαρό, ποθώντας να βυθιστεί και να γίνει ένα με τη θάλασσα. Ο Αμερικανός ποιητής Archibald MacLeish έγραψε ότι όποιος αμφιβάλλει πως η ποίηση λέει ό,τι δεν μπορεί η πρόζα αρκεί να διαβάσει μαζί τα γράμματα του οραματιστή και το «Bateau ivre»: ό,τι είναι φλύαρο και εφηβικό στα γράμματα γίνεται αλήθεια στο ποίημα.

Από την ίδια περίοδο είναι και τα «Voyelles», το σονέτο όπου κάθε φωνήεν αποκτά χρώμα. Έχουν προταθεί αμέτρητες ερμηνείες για τις αντιστοιχίες. Ίσως όμως η αναζήτηση ενός «κλειδιού» χάνει το ουσιώδες. Εδώ ο ήχος, το χρώμα, το σώμα και η λέξη δεν ζουν σε ξεχωριστά κουτιά. Η γλώσσα πρέπει να παράγει εμπειρία, όχι μόνο νόημα.

Παρίσι, Σεπτέμβριος 1871: η πρόσκληση του Verlaine

Ο Rimbaud έγραψε σε πολλούς γνωστούς ποιητές και έλαβε είτε καμία απάντηση είτε μια ψυχρή αναγνώριση, όπως από τον Théodore de Banville. Ένας φίλος του, ο Charles Auguste Bretagne, τον συμβούλεψε να γράψει στον Paul Verlaine, έναν ανερχόμενο ποιητή με δύο καλοδεχούμενες συλλογές. Ο Rimbaud του έστειλε δύο γράμματα με ποιήματα, ανάμεσά τους και το «Le Dormeur du val». Ο Verlaine εντυπωσιάστηκε και απάντησε: «Ελάτε, αγαπητή μεγάλη ψυχή. Σας περιμένουμε, σας ποθούμε.» Του έστειλε εισιτήριο.

Ο Rimbaud έφτασε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1871. Ο Verlaine ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Η γυναίκα του, η Mathilde Mauté, ήταν δεκαεφτά ετών και έγκυος, κι εκείνος είχε μόλις παρατήσει τη δουλειά του και είχε αρχίσει να πίνει πολύ. Μνημονεύοντας τη στιγμή που τον είδε, ο Verlaine τον περιέγραψε ως έφηβο με «πραγματικό κεφάλι παιδιού, παχουλό και φρέσκο» πάνω σε ένα μεγάλο, κοκαλιάρικο και αδέξιο σώμα, με ισχυρή προφορά των Αρδεννών και φωνή που «έσπαγε».

Ένας «άγριος» στο Quartier Latin

Το Παρίσι δεν συνάντησε έναν ευγενικό επαρχιώτη. Ο Rimbaud ήταν επιθετικός, σαρκαστικός και απρόβλεπτος. Όταν έμενε προσωρινά στον εφευρέτη-ποιητή Charles Cros, του έκανε φάρσες: πήρε τις φρεσκοκαθαρισμένες μπότες του στον δρόμο για να τις πατήσει στις λάσπες, χρησιμοποίησε ένα περιοδικό με ποιήματά του ως χαρτί υγείας και σε ένα καφέ της Place Pigalle έριξε θειικό οξύ στο ποτό του. Σύχναζε στους μηνιαίους δείπνους των Vilains Bonshommes και συμμετείχε, με τον Verlaine, στον κύκλο και στο «Album zutique», ένα γραπτό πανηγύρι παρωδίας και χυδαιότητας που στρεφόταν κυρίως κατά του Parnasse.

Τον Ιανουάριο του 1872, σε δείπνο των Vilains Bonshommes, ξέσπασε καβγάς και ο Rimbaud τραυμάτισε τον φωτογράφο-ποιητή Étienne Carjat με το μπαστούνι-σπαθί ενός άλλου. Ο Carjat έσβησε τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτρέτα που είχε βγάλει του Rimbaud, κι έτσι σώζονται σήμερα μόνο οκτώ φωτογραφίες από εκείνες τις λήψεις. Το πορτρέτο του δεκαεπτάχρονου Rimbaud από τον Carjat έγινε μία από τις διασημότερες φωτογραφίες συγγραφέα στην ιστορία. Ο άνθρωπος έζησε άλλα είκοσι χρόνια, αλλά ο πολιτισμός αποφάσισε ότι ο «αληθινός Rimbaud» θα είναι για πάντα εκείνο το αγόρι.

Rimbaud και Verlaine: έρωτας, δημιουργία και βία

Οι δύο ποιητές έγιναν εραστές. Ζούσαν μια άγρια, αλήτικη ζωή με αψέντι, όπιο και χασίς. Το λογοτεχνικό Παρίσι σκανδαλίστηκε, και ο Rimbaud συνέχιζε να γράφει. Στον πίνακα του Henri Fantin-Latour «Coin de table» (1872) εικονίζονται στην άκρη του τραπεζιού. Άλλοι ποιητές αρνήθηκαν να ποζάρουν δίπλα τους: ο Albert Mérat δεν δέχτηκε να ζωγραφιστεί μαζί τους, και στη θέση του ο Fantin-Latour ζωγράφισε ένα βάζο με λουλούδια.

Τον Σεπτέμβριο του 1872 πήγαν στο Λονδίνο. Ο Verlaine άφησε τη γυναίκα και το νεογέννητο παιδί του, τους οποίους, όπως καταγράφουν οι βιογράφοι, είχε κακοποιήσει σε εκρήξεις μεθυσμένου θυμού. Στο Λονδίνο έζησαν φτωχικά, στο Bloomsbury και στο Camden Town, με μαθήματα και με χρήματα από τη μητέρα του Verlaine. Ο Rimbaud περνούσε τις μέρες του στην αίθουσα ανάγνωσης του Βρετανικού Μουσείου, όπου τα φώτα, η θέρμανση, τα στυλό και το μελάνι ήταν δωρεάν. Η σχέση τους γινόταν όλο και πιο πικρή. Η εικόνα της «καταραμένης αγάπης» είναι γοητευτική, αλλά περιλάμβανε πραγματικά πάθος, ζήλια, εξάρτηση, αλκοόλ και βία.

10 Ιουλίου 1873: δύο πυροβολισμοί στις Βρυξέλλες

Στα τέλη Ιουνίου 1873 ο Verlaine γύρισε μόνος στο Παρίσι αλλά σύντομα αναζητούσε τον Rimbaud. Στις 8 Ιουλίου του τηλεγράφησε να έρθει στο Grand Hôtel Liégeois των Βρυξελλών. Η συνάντηση πήγε άσχημα, με συνεχείς καβγάδες και ποτό. Το πρωί της 10ης Ιουλίου ο Verlaine αγόρασε περίστροφο και σφαίρες. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, μεθυσμένος και οργισμένος, πυροβόλησε δύο φορές τον Rimbaud, που τραυματίστηκε στον αριστερό καρπό.

Ο Rimbaud θεώρησε το τραύμα επιπόλαιο αλλά πήγε να το επιδέσουν στο νοσοκομείο St-Jean. Στις οκτώ το βράδυ ο Verlaine και η μητέρα του τον συνόδευσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Gare du Midi. Στον δρόμο ο Verlaine, κατά την αφήγηση του Rimbaud, φερόταν σαν παράφρων. Ο Rimbaud φοβήθηκε μήπως τον πυροβολήσει ξανά με το όπλο στην τσέπη, έφυγε τρέχοντας και ζήτησε από έναν αστυνομικό να συλλάβει τον Verlaine.

Ο Verlaine κατηγορήθηκε για απόπειρα φόνου και υποβλήθηκε σε ταπεινωτική ιατροδικαστική εξέταση. Ρωτήθηκε για την αλληλογραφία του με τον Rimbaud και για τη φύση της σχέσης τους. Η σφαίρα αφαιρέθηκε στις 17 Ιουλίου και ο Rimbaud απέσυρε την καταγγελία. Οι κατηγορίες μειώθηκαν σε τραυματισμό με πυροβόλο όπλο και, στις 8 Αυγούστου 1873, ο Verlaine καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση. Μια πλάκα στο νούμερο 1 της rue des Brasseurs, στο κέντρο των Βρυξελλών, θυμίζει σήμερα τον πυροβολισμό.

«Une saison en enfer»: το βιβλίο που τύπωσε ο ίδιος

Ο Αρθούρος Ρεμπώ σε όρθια πόζα, πορτρέτο
Ο Αρθούρος Ρεμπώ σε όρθια πόζα.

Μετά τις Βρυξέλλες ο Rimbaud γύρισε στην οικογενειακή φάρμα στο Roche, κοντά στο Charleville, όπου είχε φτάσει ήδη από τον Απρίλιο του 1873. Εκεί ολοκλήρωσε το «Une saison en enfer», «Μια εποχή στην κόλαση», μια ποιητική πρόζα που διαβάζεται ως απολογισμός της θεωρίας του οραματιστή και ως βίαιη εξέταση του εαυτού. Ο ίδιος αναφέρεται ως «infernal husband», ο «φοβερός σύζυγος», και ο Verlaine ως «pitiful brother» και «mad virgin», η «τρελή παρθένα», με τη σχέση τους να περιγράφεται ως «drôle de ménage», «γελοίο νοικοκυριό». Στο κεφάλαιο «Alchimie du verbe» σχολιάζει με απογοήτευση ποιήματά του του 1872. Στο τέλος γράφει ότι πρέπει να είναι κανείς «απολύτως μοντέρνος».

Είναι το μοναδικό βιβλίο που ο ίδιος έστειλε στο τυπογραφείο. Τυπώθηκε στις Βρυξέλλες, στο τυπογραφείο του M.-J. Poot, το φθινόπωρο του 1873, με έξοδα του ίδιου, σε περίπου 500 αντίτυπα, με οικονομική στήριξη της μητέρας του. Δεν πλήρωσε ποτέ τον λογαριασμό. Ο τυπογράφος κράτησε σχεδόν ολόκληρη την παρτίδα, και ο Rimbaud πήρε ελάχιστα αντίτυπα, περίπου μια ντουζίνα. Μερικά τα μοίρασε σε φίλους, όπως στον Ernest Delahaye και στον Verlaine.

Έκαψε πράγματι όλα τα αντίτυπα;

Για δεκαετίες κυκλοφορούσε μια τέλεια ρομαντική ιστορία: ο Rimbaud απογοητεύτηκε, έφτασε στο Roche και πέταξε στη φωτιά ολόκληρη την έκδοση. Την αφήγηση ενίσχυσε αργότερα το περιβάλλον της αδελφής του. Ήταν μύθος. Το 1901 ο Βέλγος δικηγόρος και βιβλιόφιλος Léon Losseau ανακάλυψε στο υπόγειο του τυπογραφείου 425 αντίτυπα. Κατέστρεψε όσα είχαν πάθει ζημιά από την υγρασία και πούλησε τα υπόλοιπα, χωρίς να δημοσιοποιήσει την ανακάλυψη μέχρι το 1914–1915. Το 1916 έγραψε ο ίδιος μελέτη για τον «θρύλο της καταστροφής» της έκδοσης. Ο Rimbaud δεν έκαψε το βιβλίο του, απλώς το εγκατέλειψε.

«Illuminations»: η ποίηση που μοιάζει να έρχεται από το μέλλον

Οι Illuminations είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι του έργου του: πεζά ποιήματα και συνθέσεις όπου η συμβατική αφήγηση διαλύεται. Πόλεις εμφανίζονται σαν οράματα, χρώματα, ήχοι, σώματα και μηχανές ενώνονται χωρίς ρεαλιστική λογική. Ο ποιητής εγκαταλείπει εκ των προτέρων δομές για να εξερευνήσει πόρους της γλώσσας που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί. Η ακριβής χρονολόγηση συζητείται ακόμη. Τα κείμενα τοποθετούνται συνήθως στα 1872–1875.

Το 1874 γύρισε στο Λονδίνο με τον ποιητή Germain Nouveau και έζησαν μαζί για τρεις μήνες, ενώ συγκέντρωνε το υλικό. Τον Μάρτιο του 1875 είδε τον Verlaine για τελευταία φορά, στη Στουτγκάρδη, μετά την αποφυλάκισή του και τη στροφή του στον καθολικισμό. Ο Rimbaud είχε ήδη εγκαταλείψει τη λογοτεχνία. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί τα χειρόγραφα πέρασαν στα χέρια του Verlaine, και δημοσιεύτηκαν το 1886 χωρίς τη γνώση του συγγραφέα.

Γιατί σταμάτησε να γράφει;

Ο Αρθούρος Ρεμπώ σε μεγαλύτερη ηλικία, με μουστάκι
Ο Αρθούρος Ρεμπώ σε μεγαλύτερη ηλικία, με μουστάκι.

Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής του και δεν έχει αποδεδειγμένη απάντηση. Δεν έκανε ανακοίνωση ούτε υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία. Η δημιουργία απλώς σταματά γύρω στο 1875, όταν ήταν περίπου είκοσι ετών. Ο φίλος του Ernest Delahaye έγραψε στον Verlaine περίπου εκείνη την εποχή ότι ο Rimbaud δεν θυμόταν καν ότι είχε γράψει ποιήματα.

Οι ερμηνείες είναι πολλές. Ίσως θεώρησε ότι το πρόγραμμα του οραματιστή είχε φτάσει στο όριό του, και ο ίδιος το δηλώνει σχεδόν σαν ήττα στην «Alchimie du verbe». Ίσως η καταστροφική σχέση με τον Verlaine έκανε τη λογοτεχνική ζωή αδιέξοδη. Ίσως ήταν ένας άνθρωπος που, όταν εξαντλεί μια εμπειρία, δεν ενδιαφέρεται να την επαναλαμβάνει. Ίσως ήθελε απλώς χρήματα, κίνηση και μια δουλειά που δεν εξαρτιόταν από περιοδικά. Ο Stéphane Mallarmé τον είχε περιγράψει σαν μετέωρο που ανάβει χωρίς άλλο λόγο από την ίδια του την παρουσία και, ζώντας, αφαίρεσε χειρουργικά την ποίηση από τον εαυτό του. Ο Albert Camus, στον «Επαναστατημένο άνθρωπο», εξήρε το έργο του αλλά κατέκρινε σκληρά τη λογοτεχνική του παραίτηση, μιλώντας για «πνευματική αυτοκτονία» και για έναν άνθρωπο που έγινε «αστός έμπορος». Ο ποιητής Gérard Macé έγραψε ότι ο Rimbaud είναι κυρίως η σιωπή που δεν ξεχνιέται και που στοιχειώνει όποιον προσπαθεί να γράψει.

Το μόνο βέβαιο είναι το αποτέλεσμα: σταμάτησε και δεν επέστρεψε ποτέ πραγματικά.

1875–1878: ο ταξιδιώτης που περπατά

Μετά την ποίηση ο Rimbaud έμαθε γερμανικά, ιταλικά και ισπανικά και ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, κυρίως με τα πόδια. Τον Μάιο του 1876 κατατάχθηκε στον ολλανδικό αποικιακό στρατό για να πάρει δωρεάν μεταφορά στην Ιάβα, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Λιποτάκτησε λίγο μετά την άφιξη και κρύφτηκε στη ζούγκλα. Κατάφερε να γυρίσει ανώνυμος στη Γαλλία με πλοίο. Αν τον έπιαναν ως λιποτάκτη, θα αντιμετώπιζε εκτελεστικό απόσπασμα.

Κατά το σχετικό ελληνικό ντοκιμαντέρ του Κώστα Δαντινάκη, «Το πέρασμα του κομήτη Ρεμπώ από την Κύπρο» (2014), ο Rimbaud είχε σκεφτεί και να έρθει στην Ελλάδα για να δουλέψει σε νησί «κάτω από τον όμορφο αιγαιοπελαγίτικο ουρανό», στα χρόνια των πρώτων περιπλανήσεων (1875–1876). Δεν το πραγματοποίησε. Ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι ανακάλυψε τον Rimbaud το 1975, ως μαθητής, από ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου.

Ο Rimbaud στην Κύπρο

Τον Δεκέμβριο του 1878 ο Rimbaud έφτασε στην Κύπρο, που μόλις είχε περάσει υπό βρετανική διοίκηση. Ο πρώην επαναστάτης ποιητής δεν δούλεψε εκεί ως συγγραφέας ή δάσκαλος. Έγινε επιστάτης σε λατομείο, κοντά στη Λάρνακα, για λογαριασμό γαλλικής κατασκευαστικής εταιρείας. Επέβλεπε εργάτες και τη φόρτωση πέτρας. Τον Μάιο του 1879 αναγκάστηκε να φύγει λόγω πυρετού, που στη Γαλλία διαγνώστηκε ως τυφοειδής πυρετός. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1880 επέστρεψε στο νησί και επέβλεψε την κατασκευή του θερινού ανακτόρου του Βρετανού κυβερνήτη στο Τρόοδος.

Δεν υπάρχει τίποτα «ποιητικό» σε αυτή την καθημερινότητα, και ακριβώς γι’ αυτό είναι σημαντική. Ο Rimbaud δεν προσπαθούσε να ζήσει σαν «καταραμένος ποιητής». Προσπαθούσε να βγάλει χρήματα.

Aden και Harar: ο έμπορος

Το 1880 ο Rimbaud εγκαταστάθηκε στο Aden της Υεμένης, ως βασικός υπάλληλος της εμπορικής εταιρείας του Alfred Bardey, που δραστηριοποιούνταν κυρίως στον καφέ και στα δέρματα. Τον μισούσε, ήταν όμως εμπορικός κόμβος, με πλοία και δρόμους προς την Αφρική. Ο Bardey τον έστειλε στο Harar, στη σημερινή Αιθιοπία, όπου ανέλαβε το πρακτορείο της εταιρείας.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ ως έμπορος στην Αφρική
Ο Αρθούρος Ρεμπώ ως έμπορος στην Αφρική.
Το Harar της Αιθιοπίας, όπου έζησε ο Αρθούρος Ρεμπώ
Το Harar της Αιθιοπίας, όπου έζησε ο Ρεμπώ.

Το Harar ήταν περιτειχισμένη πόλη και σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής, από όπου έφευγαν προς την ακτή καραβάνια με καφέ, δέρματα και ελεφαντόδοντο. Ο Rimbaud μάθαινε γλώσσες, μελετούσε διαδρομές και ζητούσε από την οικογένειά του τεχνικά βιβλία και όργανα. Οι επιστολές της περιόδου είναι γεμάτες τιμές, ισοτιμίες, καραβάνια και έξοδα. Δεν μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα με τις Illuminations.

Το 1884 η Société de Géographie του Παρισιού παρουσίασε και δημοσίευσε την «Έκθεση για το Ogaden» (Rapport sur l’Ogadine), που στηριζόταν σε σημειώσεις του βοηθού του Constantin Sotiro. Την ίδια χρονιά έφυγε από την εταιρεία του Bardey και έγινε έμπορος για λογαριασμό του, με καφέ και (συνήθως απαρχαιωμένα) όπλα. Σύμφωνα με τον Αμερικανό συγγραφέα Richard Goodman, ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που επέβλεψε την εξαγωγή του φημισμένου καφέ του Harar και μόλις ο τρίτος Ευρωπαίος που πάτησε στην πόλη. Συνδέθηκε φιλικά με τον κυβερνήτη του Harar, τον Ras Makonnen, πατέρα του μελλοντικού αυτοκράτορα Haile Selassie. Στην ίδια εποχή πειραματίστηκε με τη φωτογραφία, και σώζονται λίγες λήψεις και αυτοπορτρέτα, ανάμεσά τους και ένα με τον ίδιο όρθιο μπροστά σε δέντρο, γύρω στο 1883. Ο αδύνατος έφηβος με τα μακριά μαλλιά έχει εξαφανιστεί. Στη θέση του βλέπουμε έναν ηλιοκαμένο ενήλικο με κοντά μαλλιά.

Το καραβάνι των όπλων προς τον Menelik

Το 1885 ο Rimbaud συμμετείχε σε μια μεγάλη συμφωνία πώλησης παλιών τουφεκιών στον Menelik, βασιλιά του Shewa (μετέπειτα Menelik Β΄ της Αιθιοπίας), με πρωτοβουλία του Γάλλου εμπόρου Pierre Labatut. Το φορτίο ξεφορτώθηκε στο Tadjoura τον Φεβρουάριο του 1886, αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει, γιατί ο κυβερνήτης του Obock απαγόρευσε με διαταγή τις πωλήσεις όπλων. Όταν ήρθε η άδεια, ο Labatut αρρώστησε και αποσύρθηκε (πέθανε από καρκίνο λίγο αργότερα), και ο εξερευνητής Paul Soleillet πέθανε από εμβολή στις 9 Οκτωβρίου. Όταν ο Rimbaud έφτασε τελικά στο Shewa, ο Menelik είχε μόλις πετύχει μεγάλη νίκη και δεν χρειαζόταν πια τα παλιά όπλα. Τα πήρε πάντως σε πολύ χαμηλότερη τιμή και αφαίρεσε χρέη που υποτίθεται ότι είχε ο Labatut. Το όλο εγχείρημα ήταν καταστροφή.

Ο ίδιος ο Rimbaud περιέγραψε την αποστολή σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο αιγυπτιακό Bosphore Égyptien τον Αύγουστο του 1887: το καραβάνι του αποτελούνταν από λίγες χιλιάδες τουφέκια percussion και παραγγελία εργαλείων για τον Menelik. Ο εξερευνητής Jules Borelli τον συνόδευσε επί είκοσι μέρες, τον Μάιο του 1887, στο δρόμο από το Entotto προς το Harar, μετά την παράδοση.

Ήταν δουλέμπορος;

Η ερώτηση εμφανίζεται συχνά και διατυπώνεται συχνά με υπερβολή. Ισχυρισμοί ότι ο Rimbaud εμπορευόταν σκλάβους κυκλοφορούν από τον 19ο αιώνα, αλλά η διαθέσιμη τεκμηρίωση δεν αποδεικνύει ότι οργάνωνε συστηματικό εμπόριο ανθρώπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμπορική του δραστηριότητα έγινε έξω από το αποικιακό σύστημα. Ήταν Ευρωπαίος έμπορος σε μια περιοχή όπου η δουλεία και το δουλεμπόριο ήταν υπαρκτές οικονομικές πραγματικότητες, και διακινούσε ελεφαντόδοντο και όπλα. Η σύγχρονη ανάγνωση πρέπει να αποφύγει δύο άκρα: ούτε να τον χαρακτηρίσουμε «δουλέμπορο» χωρίς αποδείξεις, ούτε να τον κάνουμε αθώο ρομαντικό εξερευνητή.

Ο ποιητής που ήθελε να πλουτίσει

Είναι ίσως το στοιχείο που δυσκολεύει περισσότερο όσους αγαπούν τον μύθο του επαναστάτη. Ο Rimbaud των τριάντα ενδιαφερόταν πολύ για τα χρήματα. Υπολόγιζε κέρδη, παρακολουθούσε ισοτιμίες, έψαχνε επενδύσεις, παραπονιόταν για τα έξοδα και ήθελε οικονομική ανεξαρτησία. Μεταξύ 1888 και 1890 είχε δικό του κατάστημα στο Harar, αλλά βαρέθηκε σύντομα. Οι άνθρωποι που τον φιλοξένησε, ο Borelli και ο έμπορος Armand Savouré, τον περιέγραψαν αργότερα ως έξυπνο, ήσυχο, σαρκαστικό, κρυψίνου για το παρελθόν του, απλό στον τρόπο ζωής και ακριβή, έντιμο και σταθερό στις δουλειές του. Ο άνθρωπος που στα δεκαεπτά απέρριπτε την αστική κοινωνία προσπαθούσε στα τριάντα να φτιάξει περιουσία. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ποιος από τους δύο ήταν ο «αληθινός». Ήταν ο ίδιος άνθρωπος σε διαφορετικές φάσεις.

Η φήμη μεγαλώνει χωρίς εκείνον

Την ώρα που μετρούσε σακιά καφέ, η Γαλλία ανακάλυπτε έναν μεγάλο ποιητή. Ο Verlaine, παρά την καταστροφική ιστορία τους, δεν έπαψε να αναγνωρίζει την ιδιοφυΐα του. Το 1884 συμπεριέλαβε τον Rimbaud στους «Poètes maudits», «Καταραμένους ποιητές», και έτσι άρχισε να χτίζεται η εικόνα του επαναστάτη εφήβου που αρνείται την κοινωνία και εξαφανίζεται. Το 1886 το περιοδικό La Vogue άρχισε να δημοσιεύει τις Illuminations (35 από τα 42 γνωστά κομμάτια). Ο Rimbaud δεν επιμελήθηκε την έκδοση ούτε επέστρεψε στο Παρίσι. Την ίδια εποχή ήταν μπλεγμένος με το καραβάνι των όπλων.

Το 1891 ο Rodolphe Darzens εξέδωσε το Reliquaire και το 1895 κυκλοφόρησαν οι Poésies complètes με πρόλογο του Verlaine. Οι επιστολές από την Αφρική δημοσιεύτηκαν από τον γαμπρό του, τον Paterne Berrichon, ο οποίος, όπως καταγράφεται, έκανε πολλές αλλαγές στα κείμενα. Ο Rimbaud δεν ξέρουμε αν έμαθε ποτέ ότι είχε γίνει ένδοξος. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι ζήτησε να επιστρέψει στη λογοτεχνία, να γράψει νέα ποιήματα ή να ελέγξει την έκδοση του παλιού έργου.

1891: ο πόνος στο γόνατο

Στις αρχές του 1891 ο Rimbaud άρχισε να υποφέρει από πόνο στο δεξί γόνατο, που πρώτα θεώρησε αρθρίτιδα. Οι πηγές διαφέρουν ως προς το πού ακριβώς βρισκόταν όταν ξεκίνησε, στο Harar ή στο Aden. Η κατάσταση δεν ανταποκρινόταν σε θεραπεία και τον Μάρτιο ήταν τόσο επώδυνη, ώστε ετοιμάστηκε να γυρίσει στη Γαλλία. Ένας Βρετανός γιατρός έκανε λανθασμένη διάγνωση φυματιώδους αρθρίτιδας και συνέστησε άμεσο ακρωτηριασμό. Ο Rimbaud έμεινε στο Aden ως τις 7 Μαΐου για να τακτοποιήσει τα οικονομικά του και μετά πήρε το πλοίο L’Amazone για Μασσαλία, σε ταξίδι 13 ημερών.

Στη Marseille εισήχθη στο Hôpital de la Conception, και μία εβδομάδα αργότερα, στις 27 Μαΐου, του ακρωτηρίασαν το δεξί πόδι. Η μετεγχειρητική διάγνωση ήταν καρκίνος των οστών, πιθανότατα οστεοσάρκωμα. Ο άνθρωπος που είχε περπατήσει από χώρα σε χώρα ξύπνησε χωρίς το ένα πόδι. Έμεινε στη φάρμα του Roche από τις 23 Ιουλίου ως τις 23 Αυγούστου και προσπάθησε να ξαναγυρίσει στην Αφρική. Στον δρόμο η υγεία του επιδεινώθηκε και ξαναμπήκε στο ίδιο νοσοκομείο, όπου η αδελφή του Isabelle ήταν δίπλα του.

10 Νοεμβρίου 1891: ο θάνατος

Στις 9 Νοεμβρίου υπαγόρευσε στην Isabelle ένα γράμμα προς ναυτιλιακή εταιρεία. Ακόμη και τότε σκεφτόταν μεταφορά και ταξίδι. Το σώμα είχε σταματήσει, ο ταξιδιώτης όχι. Ο Arthur Rimbaud πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1891, στις δύο το μεσημέρι σύμφωνα με την Isabelle, στο Hôpital de la Conception. Ήταν 37 ετών, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά του.

Η αδελφή του υποστήριξε ότι τις τελευταίες μέρες επέστρεψε στην καθολική πίστη, εξομολογήθηκε και έλαβε τα μυστήρια. Η εκδοχή πέρασε για χρόνια σε βιογραφίες, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η Isabelle ήταν βαθιά θρησκευόμενη και, μαζί με τον Berrichon, προώθησε μια πιο ηθικοποιημένη, καθολική εικόνα του. Το σωστό είναι να πούμε ότι ο ιερέας του έδωσε τα μυστήρια, ότι η Isabelle ισχυρίστηκε ότι μεταστράφηκε και ότι η ιστορική βεβαιότητα για την «τελική μεταστροφή» δεν υπάρχει.

Η κηδεία και ο τάφος του Αρθούρου Ρεμπώ

Ο τάφος του Αρθούρου Ρεμπώ στο Charleville
Ο τάφος του Αρθούρου Ρεμπώ στο Charleville.

Η σορός του μεταφέρθηκε από τη Marseille στο Charleville. Η κηδεία έγινε στις 14 Νοεμβρίου 1891, σε στενό κύκλο. Ο Rimbaud θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο της μητέρας του, όπου αναπαύονταν ήδη ο παππούς του από τη μητέρα και η αδελφή του Vitalie, και όπου αργότερα τον ακολούθησαν η μητέρα του (1907) και η Isabelle (1917).

Ο τάφος βρίσκεται στο παλιό νεκροταφείο της λεωφόρου Charles Boutet στο Charleville-Mézières, κοντά στην είσοδο, στα αριστερά, και είναι ο πιο επισκέψιμος τάφος του νεκροταφείου. Στην είσοδο υπάρχει ειδικό γραμματοκιβώτιο που επιτρέπει σε επισκέπτες να του γράψουν, και κάποιοι του στέλνουν και ποιήματα. Ο λευκός μαρμάρινος τάφος είναι λιτός. Το 2026 ένας δημοτικός σύμβουλος της αντιπολίτευσης επέκρινε ότι η επιγραφή δυσκολεύει πια να διαβαστεί, και ο δήμαρχος απάντησε ότι η πόλη προσπαθεί να εντοπίσει τον τελευταίο ιδιοκτήτη της παραχώρησης, αφού ο τάφος δεν ανήκει στον δήμο. Για άλλους τόπους ταφής δες τους τάφους διασήμων και τους τόπους μνήμης.

Ο Rimbaud έφυγε από το Charleville με όλη του τη δύναμη και επέστρεψε σε αυτό μετά θάνατον. Η πόλη που περιφρονούσε τον έχει κάνει σήμερα το πιο διάσημο όνομά της.

Τα βασικά έργα του Αρθούρου Ρεμπώ

  • Cahiers de Douai (1870): είκοσι δύο νεανικά ποιήματα, με «Ophélie», «Ma Bohème» και «Le Dormeur du val».
  • Lettres du voyant (13 και 15 Μαΐου 1871): οι δύο επιστολές όπου διατυπώνεται η θεωρία του οραματιστή.
  • Le Bateau ivre (1871): το «Μεθυσμένο Καράβι», από τα κορυφαία ποιήματά του.
  • Voyelles (1871–1872): το σονέτο των χρωμάτων των φωνηέντων.
  • Derniers vers / Vers nouveaux (1872): ποιήματα όπου διαλύεται η αυστηρή μορφή του στίχου.
  • Une saison en enfer (1873): το μόνο βιβλίο που εξέδωσε ο ίδιος.
  • Illuminations (περ. 1872–1875): πεζά ποιήματα που εκδόθηκαν το 1886.
  • Rapport sur l’Ogadine (1883–1884): γεωγραφική και εμπορική έκθεση από την Αφρική.

Η επιρροή του: από τους Συμβολιστές στη rock

Η ποίηση του Rimbaud επηρέασε τους Συμβολιστές, τους Ντανταϊστές και τους Υπερρεαλιστές. Ο Paul Valéry είπε ότι ολόκληρη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής, εκτός από τη δική του. Ο καθηγητής Martin Sorrell υποστηρίζει ότι ο Rimbaud επηρέασε όχι μόνο τη λογοτεχνία αλλά και την πολιτική, και αναφέρει τους Jim Morrison, Bob Dylan, Patti Smith και Octavio Paz ανάμεσα σε όσους εμπνεύστηκε.

Ο Benjamin Britten μελοποίησε το 1939 τις «Illuminations», ο Hans Werner Henze έγραψε το 1963 το «Being Beauteous», και ο Henry Miller του αφιέρωσε το 1962 τη μελέτη «The Time of the Assassins». Η ζωή του έγινε ταινία το 1971, με τον Terence Stamp, και το 1995, με το «Total Eclipse», όπου ο Leonardo DiCaprio υποδύεται τον Rimbaud και ο David Thewlis τον Verlaine. Το 1979 ο David Wojnarowicz φωτογράφισε τη σειρά «Arthur Rimbaud in New York». Στην Ελλάδα, ο ποιητής Δημήτρης Καπετανάκης έγραψε δοκίμιο για τον Rimbaud, που περιλαμβάνεται στον τόμο με τα κείμενά του στα αγγλικά.

Μύθοι και πραγματικότητα

Ότι ήταν κακός μαθητής και επαναστάτης από παιδί: ήταν εξαιρετικός μαθητής, με οκτώ πρώτα βραβεία το 1869. Η ανοιχτή εξέγερση εμφανίζεται στην ύστερη εφηβεία.

Ότι έγραψε ολόκληρο το έργο του στα δεκαέξι: η πιο εκρηκτική περίοδος ξεκινά στα δεκαπέντε–δεκαέξι, αλλά το «Une saison en enfer» και οι «Illuminations» ανήκουν στα 1873–1875.

Ότι πολέμησε στην Κομμούνα: οι συμπάθειες είναι σαφείς, η συμμετοχή στις μάχες δεν τεκμηριώνεται.

Ότι έκαψε όλα τα αντίτυπα του «Une saison en enfer»: 425 αντίτυπα βρέθηκαν το 1901 στο υπόγειο του τυπογραφείου.

Ότι ο Verlaine τον τραυμάτισε σοβαρά: πυροβόλησε δύο φορές και τον πέτυχε στον καρπό, με μη θανατηφόρο τραύμα.

Ότι ο Verlaine πήρε 18 μήνες: καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση, στις 8 Αυγούστου 1873.

Ότι εξέδωσε ο ίδιος τις «Illuminations»: δημοσιεύτηκαν το 1886, περίπου μια δεκαετία μετά την εγκατάλειψη της ποίησης, χωρίς τη συμμετοχή του.

Ότι πήγε στην Αφρική για να γίνει ποιητής-εξερευνητής: τα κίνητρά του ήταν πρακτικά και οικονομικά.

Ότι πέθανε από σύφιλη: η καταγραφή αναφέρει καρκίνο. Η αναδρομική διάγνωση είναι οστεοσάρκωμα.

Λιγότερο γνωστά στοιχεία για τον Αρθούρο Ρεμπώ

  • Η μητέρα του τον αποκαλούσε ο ίδιος «La Mother» και «στόμα του σκότους».
  • Στα εννέα του έγραψε σε δοκίμιο «θα γίνω rentier».
  • Ο πατέρας του έζησε στο οικογενειακό σπίτι λιγότερο από τρεις μήνες.
  • Έγραψε το πρώτο του δημοσιευμένο ποίημα στα δεκαπέντε.
  • Ζήτησε από τον Demeny να κάψει τα Cahiers de Douai. Εκείνος δεν το έκανε.
  • Σε ένα καφέ έριξε θειικό οξύ στο ποτό του Charles Cros.
  • Στον πίνακα του Fantin-Latour, ο Mérat αντικαταστάθηκε από ένα βάζο με λουλούδια.
  • Από τις φωτογραφίες του Carjat σώζονται μόνο οκτώ λήψεις.
  • Στην Κύπρο επέβλεψε την κατασκευή του θερινού ανακτόρου του Βρετανού κυβερνήτη στο Τρόοδος.
  • Θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος που επέβλεψε εξαγωγή καφέ από το Harar, σύμφωνα με τον Richard Goodman.
  • Ήταν φίλος του Ras Makonnen, πατέρα του Haile Selassie.
  • Το μουσείο του στεγάζεται σε παλιό μύλο πάνω στον ποταμό Meuse.

Συχνές ερωτήσεις

Πότε και πού γεννήθηκε ο Αρθούρος Ρεμπώ;

Γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1854 στο Charleville των Αρδεννών, στη Γαλλία. Το πλήρες όνομά του ήταν Jean Nicolas Arthur Rimbaud.

Σε ποια ηλικία σταμάτησε να γράφει ποίηση;

Η λογοτεχνική του δημιουργία ουσιαστικά σταματά γύρω στο 1875, όταν ήταν περίπου είκοσι ετών. Το έργο που τον έκανε διάσημο γράφτηκε ανάμεσα στα δεκαπέντε και τα είκοσί του χρόνια.

Τι είναι οι «Επιστολές του Οραματιστή»;

Είναι δύο γράμματα που έγραψε στις 13 και 15 Μαΐου 1871 στον Georges Izambard και στον Paul Demeny. Σε αυτά διατυπώνει τη θεωρία ότι ο ποιητής πρέπει να γίνει «οραματιστής» μέσα από μια «απορρύθμιση όλων των αισθήσεων», και την περίφημη φράση «Je est un autre».

Ποια ήταν η σχέση του Ρεμπώ με τον Paul Verlaine;

Ήταν εραστές και λογοτεχνικοί συνεργάτες. Ταξίδεψαν μαζί σε Βέλγιο και Αγγλία και η σχέση τους κατέρρευσε στις 10 Ιουλίου 1873, όταν ο Verlaine πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Rimbaud στον αριστερό καρπό στις Βρυξέλλες.

Πόσα χρόνια φυλάκιση πήρε ο Verlaine;

Δύο χρόνια. Καταδικάστηκε στις 8 Αυγούστου 1873 για τραυματισμό με πυροβόλο όπλο, αφού ο Rimbaud απέσυρε την καταγγελία για απόπειρα φόνου.

Έκαψε ο Ρεμπώ τα αντίτυπα του «Une saison en enfer»;

Όχι. Το 1901 ο Βέλγος βιβλιόφιλος Léon Losseau βρήκε 425 αντίτυπα στο υπόγειο του τυπογραφείου στις Βρυξέλλες. Ο Rimbaud δεν είχε πληρώσει τον λογαριασμό και το απόθεμα έμεινε εκεί.

Τι έκανε ο Ρεμπώ στην Κύπρο;

Από τον Δεκέμβριο του 1878 έως τον Μάιο του 1879 δούλεψε ως επιστάτης λατομείου κοντά στη Λάρνακα. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1880 επέβλεψε την κατασκευή του θερινού ανακτόρου του Βρετανού κυβερνήτη στο Τρόοδος.

Τι έκανε ο Ρεμπώ στην Αφρική;

Από το 1880 έζησε και δούλεψε στο Aden και στο Harar, αρχικά για την εταιρεία του Alfred Bardey και από το 1884 ως ανεξάρτητος έμπορος καφέ, δερμάτων, ελεφαντόδοντου και όπλων. Συμμετείχε σε αποτυχημένη εμπορική αποστολή όπλων προς τον Menelik.

Από τι πέθανε ο Αρθούρος Ρεμπώ;

Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1891 στη Marseille, από καρκίνο των οστών, πιθανότατα οστεοσάρκωμα, που ξεκίνησε από το δεξί γόνατο. Το δεξί πόδι είχε ακρωτηριαστεί στις 27 Μαΐου 1891.

Πού είναι θαμμένος ο Αρθούρος Ρεμπώ;

Είναι θαμμένος στο παλιό νεκροταφείο της λεωφόρου Charles Boutet στο Charleville-Mézières, στον οικογενειακό τάφο της μητέρας του, κοντά στην είσοδο του νεκροταφείου.

Πηγές

Ο τάφος

Μαρμάρινο ταφικό μνημείο με σταυρό και χαραγμένο το όνομα "ARTHUR RIMBAUD", σε νεκροταφείο, πλαισιωμένο από μοβ λουλούδια και μαύρο μεταλλικό κάγκελο

Τελευταία ενημέρωση:

Βρήκες λάθος ή παράλειψη; Πρότεινε διόρθωση.